BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συντομεύω

сокращать

shorten

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυντομεύω
εσύσυντομεύεις
αυτός/ή/όσυντομεύει
εμείςσυντομεύουμε
εσείςσυντομεύετε
αυτοί/ές/άσυντομεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυντόμευσα
εσύσυντόμευσες
αυτός/ή/όσυντόμευσε
εμείςσυντομεύσαμε
εσείςσυντομεύσατε
αυτοί/ές/άσυντόμευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συντομεύσω
εσύθα συντομεύσεις
αυτός/ή/όθα συντομεύσει
εμείςθα συντομεύσουμε
εσείςθα συντομεύσετε
αυτοί/ές/άθα συντομεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυντόμευα
εσύσυντόμευες
αυτός/ή/όσυντόμευε
εμείςσυντομεύαμε
εσείςσυντομεύατε
αυτοί/ές/άσυντόμευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συντομεύω
εσύθα συντομεύεις
αυτός/ή/όθα συντομεύει
εμείςθα συντομεύουμε
εσείςθα συντομεύετε
αυτοί/ές/άθα συντομεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συντομεύσει
εσύέχεις συντομεύσει
αυτός/ή/όέχει συντομεύσει
εμείςέχουμε συντομεύσει
εσείςέχετε συντομεύσει
αυτοί/ές/άέχουν συντομεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συντομεύσει
εσύείχες συντομεύσει
αυτός/ή/όείχε συντομεύσει
εμείςείχαμε συντομεύσει
εσείςείχατε συντομεύσει
αυτοί/ές/άείχαν συντομεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συντομεύσει
εσύθα έχεις συντομεύσει
αυτός/ή/όθα έχει συντομεύσει
εμείςθα έχουμε συντομεύσει
εσείςθα έχετε συντομεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συντομεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυντόμευσε
εσείςσυντομεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσυντόμευε
εσείςσυντομεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συντομεύσω
εσύνα συντομεύσεις
αυτός/ή/όνα συντομεύσει
εμείςνα συντομεύσουμε
εσείςνα συντομεύσετε
αυτοί/ές/άνα συντομεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συντομεύω
εσύνα συντομεύεις
αυτός/ή/όνα συντομεύει
εμείςνα συντομεύουμε
εσείςνα συντομεύετε
αυτοί/ές/άνα συντομεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συντομεύσει
εσύνα έχεις συντομεύσει
αυτός/ή/όνα έχει συντομεύσει
εμείςνα έχουμε συντομεύσει
εσείςνα έχετε συντομεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συντομεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συντομεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συντομεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συντόμευα
εσύθα συντόμευες
αυτός/ή/όθα συντόμευε
εμείςθα συντομεύαμε
εσείςθα συντομεύατε
αυτοί/ές/άθα συντόμευαν