BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συμμερίζομαι

сочувствовать, отождествлять себя

empathise, identify

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυμμερίζομαι
εσύσυμμαρίζεσαι
αυτός/ή/όσυμμερίζεται
εμείςσυμμεριζόμαστε
εσείςσυμμερίζεστε
αυτοί/ές/άσυμμερίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυμμερίστηκα
εσύσυμμερίστηκες
αυτός/ή/όσυμμερίστηκε
εμείςσυμμεριστήκαμε
εσείςσυμμεριστήκατε
αυτοί/ές/άσυμμερίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συμμεριστώ
εσύθα συμμεριστείς
αυτός/ή/όθα συμμεριστεί
εμείςθα συμμεριστούμε
εσείςθα συμμεριστείτε
αυτοί/ές/άθα συμμεριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυμμεριζόμουν
εσύσυμμεριζόσουν
αυτός/ή/όσυμμεριζόταν
εμείςσυμμεριζόμαστε
εσείςσυμμεριζόσαστε
αυτοί/ές/άσυμμερίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συμμερίζομαι
εσύθα συμμαρίζεσαι
αυτός/ή/όθα συμμερίζεται
εμείςθα συμμεριζόμαστε
εσείςθα συμμερίζεστε
αυτοί/ές/άθα συμμερίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συμμεριστεί
εσύέχεις συμμεριστεί
αυτός/ή/όέχει συμμεριστεί
εμείςέχουμε συμμεριστεί
εσείςέχετε συμμεριστεί
αυτοί/ές/άέχουν συμμεριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συμμεριστεί
εσύείχες συμμεριστεί
αυτός/ή/όείχε συμμεριστεί
εμείςείχαμε συμμεριστεί
εσείςείχατε συμμεριστεί
αυτοί/ές/άείχαν συμμεριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συμμεριστεί
εσύθα έχεις συμμεριστεί
αυτός/ή/όθα έχει συμμεριστεί
εμείςθα έχουμε συμμεριστεί
εσείςθα έχετε συμμεριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν συμμεριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυμμερίσου
εσείςσυμμεριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσυμμερίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συμμεριστώ
εσύνα συμμεριστείς
αυτός/ή/όνα συμμεριστεί
εμείςνα συμμεριστούμε
εσείςνα συμμεριστείτε
αυτοί/ές/άνα συμμεριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συμμερίζομαι
εσύνα συμμαρίζεσαι
αυτός/ή/όνα συμμερίζεται
εμείςνα συμμεριζόμαστε
εσείςνα συμμερίζεστε
αυτοί/ές/άνα συμμερίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συμμεριστεί
εσύνα έχεις συμμεριστεί
αυτός/ή/όνα έχει συμμεριστεί
εμείςνα έχουμε συμμεριστεί
εσείςνα έχετε συμμεριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν συμμεριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συμμεριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συμμεριστώ
εσύθα συμμεριστείς
αυτός/ή/όθα συμμεριστεί
εμείςθα συμμεριστούμε
εσείςθα συμμεριστείτε
αυτοί/ές/άθα συμμεριστούν