BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συμμαχώ

вступать в союз с, объединяться

ally with, unite

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυμμαχώ
εσύσυμμαχείς
αυτός/ή/όσυμμαχεί
εμείςσυμμαχούμε
εσείςσυμμαχείτε
αυτοί/ές/άσυμμαχούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυμμάχησα
εσύσυμμάχησες
αυτός/ή/όσυμμάχησε
εμείςσυμμαχήσαμε
εσείςσυμμαχήσατε
αυτοί/ές/άσυμμάχησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συμμαχήσω
εσύθα συμμαχήσεις
αυτός/ή/όθα συμμαχήσει
εμείςθα συμμαχήσουμε
εσείςθα συμμαχήσετε
αυτοί/ές/άθα συμμαχήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυμμαχούσα
εσύσυμμαχούσες
αυτός/ή/όσυμμαχούσε
εμείςσυμμαχούσαμε
εσείςσυμμαχούσατε
αυτοί/ές/άσυμμαχούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συμμαχώ
εσύθα συμμαχείς
αυτός/ή/όθα συμμαχεί
εμείςθα συμμαχούμε
εσείςθα συμμαχείτε
αυτοί/ές/άθα συμμαχούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συμμαχήσει
εσύέχεις συμμαχήσει
αυτός/ή/όέχει συμμαχήσει
εμείςέχουμε συμμαχήσει
εσείςέχετε συμμαχήσει
αυτοί/ές/άέχουν συμμαχήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συμμαχήσει
εσύείχες συμμαχήσει
αυτός/ή/όείχε συμμαχήσει
εμείςείχαμε συμμαχήσει
εσείςείχατε συμμαχήσει
αυτοί/ές/άείχαν συμμαχήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συμμαχήσει
εσύθα έχεις συμμαχήσει
αυτός/ή/όθα έχει συμμαχήσει
εμείςθα έχουμε συμμαχήσει
εσείςθα έχετε συμμαχήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συμμαχήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυμμάχησε
εσείςσυμμαχήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσυμμαχείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συμμαχήσω
εσύνα συμμαχήσεις
αυτός/ή/όνα συμμαχήσει
εμείςνα συμμαχήσουμε
εσείςνα συμμαχήσετε
αυτοί/ές/άνα συμμαχήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συμμαχώ
εσύνα συμμαχείς
αυτός/ή/όνα συμμαχεί
εμείςνα συμμαχούμε
εσείςνα συμμαχείτε
αυτοί/ές/άνα συμμαχούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συμμαχήσει
εσύνα έχεις συμμαχήσει
αυτός/ή/όνα έχει συμμαχήσει
εμείςνα έχουμε συμμαχήσει
εσείςνα έχετε συμμαχήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συμμαχήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συμμαχήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συμμαχώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συμμαχούσα
εσύθα συμμαχούσες
αυτός/ή/όθα συμμαχούσε
εμείςθα συμμαχούσαμε
εσείςθα συμμαχούσατε
αυτοί/ές/άθα συμμαχούσαν