BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

συγκεντρώνω

сосредотачивать, централизовать, собирать

concentrate, centralize, gather

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσυγκεντρώνω
εσύσυγκεντρώνεις
αυτός/ή/όσυγκεντρώνει
εμείςσυγκεντρώνουμε
εσείςσυγκεντρώνετε
αυτοί/ές/άσυγκεντρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσυγκέντρωσα
εσύσυγκέντρωσες
αυτός/ή/όσυγκέντρωσε
εμείςσυγκεντρώσαμε
εσείςσυγκεντρώσατε
αυτοί/ές/άσυγκέντρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα συγκεντρώσω
εσύθα συγκεντρώσεις
αυτός/ή/όθα συγκεντρώσει
εμείςθα συγκεντρώσουμε
εσείςθα συγκεντρώσετε
αυτοί/ές/άθα συγκεντρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσυγκέντρωνα
εσύσυγκέντρωνες
αυτός/ή/όσυγκέντρωνε
εμείςσυγκεντρώναμε
εσείςσυγκεντρώνατε
αυτοί/ές/άσυγκέντρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα συγκεντρώνω
εσύθα συγκεντρώνεις
αυτός/ή/όθα συγκεντρώνει
εμείςθα συγκεντρώνουμε
εσείςθα συγκεντρώνετε
αυτοί/ές/άθα συγκεντρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω συγκεντρώσει
εσύέχεις συγκεντρώσει
αυτός/ή/όέχει συγκεντρώσει
εμείςέχουμε συγκεντρώσει
εσείςέχετε συγκεντρώσει
αυτοί/ές/άέχουν συγκεντρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα συγκεντρώσει
εσύείχες συγκεντρώσει
αυτός/ή/όείχε συγκεντρώσει
εμείςείχαμε συγκεντρώσει
εσείςείχατε συγκεντρώσει
αυτοί/ές/άείχαν συγκεντρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω συγκεντρώσει
εσύθα έχεις συγκεντρώσει
αυτός/ή/όθα έχει συγκεντρώσει
εμείςθα έχουμε συγκεντρώσει
εσείςθα έχετε συγκεντρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν συγκεντρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσυγκέντρωσε
εσείςσυγκεντρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσυγκέντρωνε
εσείςσυγκεντρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα συγκεντρώσω
εσύνα συγκεντρώσεις
αυτός/ή/όνα συγκεντρώσει
εμείςνα συγκεντρώσουμε
εσείςνα συγκεντρώσετε
αυτοί/ές/άνα συγκεντρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα συγκεντρώνω
εσύνα συγκεντρώνεις
αυτός/ή/όνα συγκεντρώνει
εμείςνα συγκεντρώνουμε
εσείςνα συγκεντρώνετε
αυτοί/ές/άνα συγκεντρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω συγκεντρώσει
εσύνα έχεις συγκεντρώσει
αυτός/ή/όνα έχει συγκεντρώσει
εμείςνα έχουμε συγκεντρώσει
εσείςνα έχετε συγκεντρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν συγκεντρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

συγκεντρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

συγκεντρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα συγκέντρωνα
εσύθα συγκέντρωνες
αυτός/ή/όθα συγκέντρωνε
εμείςθα συγκεντρώναμε
εσείςθα συγκεντρώνατε
αυτοί/ές/άθα συγκέντρωναν