BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

στριμώχνω

теснить, сжимать

huddle, squeeze

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστριμώχνω
εσύστριμώχνεις
αυτός/ή/όστριμώχνει
εμείςστριμώχνουμε
εσείςστριμώχνετε
αυτοί/ές/άστριμώχνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστρίμωξα
εσύστρίμωξες
αυτός/ή/όστρίμωξε
εμείςστριμώξαμε
εσείςστριμώξατε
αυτοί/ές/άστρίμωξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στριμώξω
εσύθα στριμώξεις
αυτός/ή/όθα στριμώξει
εμείςθα στριμώξουμε
εσείςθα στριμώξετε
αυτοί/ές/άθα στριμώξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστρίμωχνα
εσύστρίμωχνες
αυτός/ή/όστρίμωχνε
εμείςστριμώχναμε
εσείςστριμώχνατε
αυτοί/ές/άστρίμωχναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στριμώχνω
εσύθα στριμώχνεις
αυτός/ή/όθα στριμώχνει
εμείςθα στριμώχνουμε
εσείςθα στριμώχνετε
αυτοί/ές/άθα στριμώχνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στριμώξει
εσύέχεις στριμώξει
αυτός/ή/όέχει στριμώξει
εμείςέχουμε στριμώξει
εσείςέχετε στριμώξει
αυτοί/ές/άέχουν στριμώξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στριμώξει
εσύείχες στριμώξει
αυτός/ή/όείχε στριμώξει
εμείςείχαμε στριμώξει
εσείςείχατε στριμώξει
αυτοί/ές/άείχαν στριμώξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στριμώξει
εσύθα έχεις στριμώξει
αυτός/ή/όθα έχει στριμώξει
εμείςθα έχουμε στριμώξει
εσείςθα έχετε στριμώξει
αυτοί/ές/άθα έχουν στριμώξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστρίμωξε
εσείςστριμώξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύστρίμωχνε
εσείςστριμώχνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στριμώξω
εσύνα στριμώξεις
αυτός/ή/όνα στριμώξει
εμείςνα στριμώξουμε
εσείςνα στριμώξετε
αυτοί/ές/άνα στριμώξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στριμώχνω
εσύνα στριμώχνεις
αυτός/ή/όνα στριμώχνει
εμείςνα στριμώχνουμε
εσείςνα στριμώχνετε
αυτοί/ές/άνα στριμώχνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στριμώξει
εσύνα έχεις στριμώξει
αυτός/ή/όνα έχει στριμώξει
εμείςνα έχουμε στριμώξει
εσείςνα έχετε στριμώξει
αυτοί/ές/άνα έχουν στριμώξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στριμώξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

στριμώχνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στρίμωχνα
εσύθα στρίμωχνες
αυτός/ή/όθα στρίμωχνε
εμείςθα στριμώχναμε
εσείςθα στριμώχνατε
αυτοί/ές/άθα στρίμωχναν