BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

στολίζομαι

прихорашиваться, наряжаться

preen, prim

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστολίζομαι
εσύστολίζεσαι
αυτός/ή/όστολίζεται
εμείςστολιζόμαστε
εσείςστολίζεστε
αυτοί/ές/άστολίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστολίστηκα
εσύστολίστηκες
αυτός/ή/όστολίστηκε
εμείςστολιστήκαμε
εσείςστολιστήκατε
αυτοί/ές/άστολίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στολιστώ
εσύθα στολιστείς
αυτός/ή/όθα στολιστεί
εμείςθα στολιστούμε
εσείςθα στολιστείτε
αυτοί/ές/άθα στολιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστολιζόμουν
εσύστολιζόσουν
αυτός/ή/όστολιζόταν
εμείςστολιζόμαστε
εσείςστολιζόσαστε
αυτοί/ές/άστολίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στολίζομαι
εσύθα στολίζεσαι
αυτός/ή/όθα στολίζεται
εμείςθα στολιζόμαστε
εσείςθα στολίζεστε
αυτοί/ές/άθα στολίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στολιστεί
εσύέχεις στολιστεί
αυτός/ή/όέχει στολιστεί
εμείςέχουμε στολιστεί
εσείςέχετε στολιστεί
αυτοί/ές/άέχουν στολιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στολιστεί
εσύείχες στολιστεί
αυτός/ή/όείχε στολιστεί
εμείςείχαμε στολιστεί
εσείςείχατε στολιστεί
αυτοί/ές/άείχαν στολιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στολιστεί
εσύθα έχεις στολιστεί
αυτός/ή/όθα έχει στολιστεί
εμείςθα έχουμε στολιστεί
εσείςθα έχετε στολιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν στολιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστολίσου
εσείςστολιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςστολίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στολιστώ
εσύνα στολιστείς
αυτός/ή/όνα στολιστεί
εμείςνα στολιστούμε
εσείςνα στολιστείτε
αυτοί/ές/άνα στολιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στολίζομαι
εσύνα στολίζεσαι
αυτός/ή/όνα στολίζεται
εμείςνα στολιζόμαστε
εσείςνα στολίζεστε
αυτοί/ές/άνα στολίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στολιστεί
εσύνα έχεις στολιστεί
αυτός/ή/όνα έχει στολιστεί
εμείςνα έχουμε στολιστεί
εσείςνα έχετε στολιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν στολιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στολιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στολιστώ
εσύθα στολιστείς
αυτός/ή/όθα στολιστεί
εμείςθα στολιστούμε
εσείςθα στολιστείτε
αυτοί/ές/άθα στολιστούν