BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

στοιχηματίζω

неправильный

держать пари, делать ставку

bet, wager

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστοιχηματίζω
εσύστοιχηματίζεις
αυτός/ή/όστοιχηματίζει
εμείςστοιχηματίζουμε
εσείςστοιχηματίζετε
αυτοί/ές/άστοιχηματίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστοιχημάτισα
εσύστοιχημάτισες
αυτός/ή/όστοιχημάτισε
εμείςστοιχηματίσαμε
εσείςστοιχηματίσατε
αυτοί/ές/άστοιχημάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στοιχηματίσω
εσύθα στοιχηματίσεις
αυτός/ή/όθα στοιχηματίσει
εμείςθα στοιχηματίσουμε
εσείςθα στοιχηματίσετε
αυτοί/ές/άθα στοιχηματίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστοιχημάτιζα
εσύστοιχημάτιζες
αυτός/ή/όστοιχημάτιζε
εμείςστοιχηματίζαμε
εσείςστοιχηματίζατε
αυτοί/ές/άστοιχημάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στοιχηματίζω
εσύθα στοιχηματίζεις
αυτός/ή/όθα στοιχηματίζει
εμείςθα στοιχηματίζουμε
εσείςθα στοιχηματίζετε
αυτοί/ές/άθα στοιχηματίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στοιχηματίσει
εσύέχεις στοιχηματίσει
αυτός/ή/όέχει στοιχηματίσει
εμείςέχουμε στοιχηματίσει
εσείςέχετε στοιχηματίσει
αυτοί/ές/άέχουν στοιχηματίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στοιχηματίσει
εσύείχες στοιχηματίσει
αυτός/ή/όείχε στοιχηματίσει
εμείςείχαμε στοιχηματίσει
εσείςείχατε στοιχηματίσει
αυτοί/ές/άείχαν στοιχηματίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στοιχηματίσει
εσύθα έχεις στοιχηματίσει
αυτός/ή/όθα έχει στοιχηματίσει
εμείςθα έχουμε στοιχηματίσει
εσείςθα έχετε στοιχηματίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν στοιχηματίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστοιχημάτισε
εσείςστοιχηματίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύστοιχημάτιζε
εσείςστοιχηματίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στοιχηματίσω
εσύνα στοιχηματίσεις
αυτός/ή/όνα στοιχηματίσει
εμείςνα στοιχηματίσουμε
εσείςνα στοιχηματίσετε
αυτοί/ές/άνα στοιχηματίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στοιχηματίζω
εσύνα στοιχηματίζεις
αυτός/ή/όνα στοιχηματίζει
εμείςνα στοιχηματίζουμε
εσείςνα στοιχηματίζετε
αυτοί/ές/άνα στοιχηματίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στοιχηματίσει
εσύνα έχεις στοιχηματίσει
αυτός/ή/όνα έχει στοιχηματίσει
εμείςνα έχουμε στοιχηματίσει
εσείςνα έχετε στοιχηματίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν στοιχηματίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στοιχηματίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

στοιχηματίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στοιχημάτιζα
εσύθα στοιχημάτιζες
αυτός/ή/όθα στοιχημάτιζε
εμείςθα στοιχηματίζαμε
εσείςθα στοιχηματίζατε
αυτοί/ές/άθα στοιχημάτιζαν