BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

στερεώνομαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώστερεώνομαι
εσύστερεώνεσαι
αυτός/ή/όστερεώνεται
εμείςστερεωνόμαστε
εσείςστερεώνεστε
αυτοί/ές/άστερεώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώστερεώθηκα
εσύστερεώθηκες
αυτός/ή/όστερεώθηκε
εμείςστερεωθήκαμε
εσείςστερεωθήκατε
αυτοί/ές/άστερεώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα στερεωθώ
εσύθα στερεωθείς
αυτός/ή/όθα στερεωθεί
εμείςθα στερεωθούμε
εσείςθα στερεωθείτε
αυτοί/ές/άθα στερεωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώστερεωνόμουν
εσύστερεωνόσουν
αυτός/ή/όστερεωνόταν
εμείςστερεωνόμαστε
εσείςστερεωνόσαστε
αυτοί/ές/άστερεώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα στερεώνομαι
εσύθα στερεώνεσαι
αυτός/ή/όθα στερεώνεται
εμείςθα στερεωνόμαστε
εσείςθα στερεώνεστε
αυτοί/ές/άθα στερεώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω στερεωθεί
εσύέχεις στερεωθεί
αυτός/ή/όέχει στερεωθεί
εμείςέχουμε στερεωθεί
εσείςέχετε στερεωθεί
αυτοί/ές/άέχουν στερεωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα στερεωθεί
εσύείχες στερεωθεί
αυτός/ή/όείχε στερεωθεί
εμείςείχαμε στερεωθεί
εσείςείχατε στερεωθεί
αυτοί/ές/άείχαν στερεωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω στερεωθεί
εσύθα έχεις στερεωθεί
αυτός/ή/όθα έχει στερεωθεί
εμείςθα έχουμε στερεωθεί
εσείςθα έχετε στερεωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν στερεωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύστερεώσου
εσείςστερεωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςστερεώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα στερεωθώ
εσύνα στερεωθείς
αυτός/ή/όνα στερεωθεί
εμείςνα στερεωθούμε
εσείςνα στερεωθείτε
αυτοί/ές/άνα στερεωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα στερεώνομαι
εσύνα στερεώνεσαι
αυτός/ή/όνα στερεώνεται
εμείςνα στερεωνόμαστε
εσείςνα στερεώνεστε
αυτοί/ές/άνα στερεώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω στερεωθεί
εσύνα έχεις στερεωθεί
αυτός/ή/όνα έχει στερεωθεί
εμείςνα έχουμε στερεωθεί
εσείςνα έχετε στερεωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν στερεωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

στερεωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα στερεωθώ
εσύθα στερεωθείς
αυτός/ή/όθα στερεωθεί
εμείςθα στερεωθούμε
εσείςθα στερεωθείτε
αυτοί/ές/άθα στερεωθούν