BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σταματάω, σταματώ

останавливать, прекращать

stop, hault

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσταματάω, σταματώ
εσύσταματάς
αυτός/ή/όσταματάει, σταματά
εμείςσταματάμε, σταματούμε
εσείςσταματάτε
αυτοί/ές/άσταματάνε, σταματούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσταμάτησα
εσύσταμάτησες
αυτός/ή/όσταμάτησε
εμείςσταματήσαμε
εσείςσταματήσατε
αυτοί/ές/άσταμάτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σταματήσω
εσύθα σταματήσεις
αυτός/ή/όθα σταματήσει
εμείςθα σταματήσουμε
εσείςθα σταματήσετε
αυτοί/ές/άθα σταματήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσταματούσα
εσύσταματούσες
αυτός/ή/όσταματούσε
εμείςσταματούσαμε
εσείςσταματούσατε
αυτοί/ές/άσταματούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σταματάω, σταματώ
εσύθα σταματάς
αυτός/ή/όθα σταματάει, σταματά
εμείςθα σταματάμε, σταματούμε
εσείςθα σταματάτε
αυτοί/ές/άθα σταματάνε, σταματούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σταματήσει
εσύέχεις σταματήσει
αυτός/ή/όέχει σταματήσει
εμείςέχουμε σταματήσει
εσείςέχετε σταματήσει
αυτοί/ές/άέχουν σταματήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σταματήσει
εσύείχες σταματήσει
αυτός/ή/όείχε σταματήσει
εμείςείχαμε σταματήσει
εσείςείχατε σταματήσει
αυτοί/ές/άείχαν σταματήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σταματήσει
εσύθα έχεις σταματήσει
αυτός/ή/όθα έχει σταματήσει
εμείςθα έχουμε σταματήσει
εσείςθα έχετε σταματήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν σταματήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσταμάτησε
εσείςσταματήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσταμάτα
εσείςσταματάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σταματήσω
εσύνα σταματήσεις
αυτός/ή/όνα σταματήσει
εμείςνα σταματήσουμε
εσείςνα σταματήσετε
αυτοί/ές/άνα σταματήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σταματάω, σταματώ
εσύνα σταματάς
αυτός/ή/όνα σταματάει, σταματά
εμείςνα σταματάμε, σταματούμε
εσείςνα σταματάτε
αυτοί/ές/άνα σταματάνε, σταματούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σταματήσει
εσύνα έχεις σταματήσει
αυτός/ή/όνα έχει σταματήσει
εμείςνα έχουμε σταματήσει
εσείςνα έχετε σταματήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν σταματήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σταματήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

σταματώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

σταματημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σταματούσα
εσύθα σταματούσες
αυτός/ή/όθα σταματούσε
εμείςθα σταματούσαμε
εσείςθα σταματούσατε
αυτοί/ές/άθα σταματούσαν