BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σπαταλάω, σπαταλώ

тратить впустую, расточать

waste, squander

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσπαταλάω, σπαταλώ
εσύσπαταλάς
αυτός/ή/όσπαταλάει, σπαταλά
εμείςσπαταλάμε, σπαταλούμε
εσείςσπαταλάτε
αυτοί/ές/άσπαταλάνε, σπαταλούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσπατάλησα
εσύσπατάλησες
αυτός/ή/όσπατάλησε
εμείςσπαταλήσαμε
εσείςσπαταλήσατε
αυτοί/ές/άσπατάλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σπαταλήσω
εσύθα σπαταλήσεις
αυτός/ή/όθα σπαταλήσει
εμείςθα σπαταλήσουμε
εσείςθα σπαταλήσετε
αυτοί/ές/άθα σπαταλήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσπαταλούσα
εσύσπαταλούσες
αυτός/ή/όσπαταλούσε
εμείςσπαταλούσαμε
εσείςσπαταλούσατε
αυτοί/ές/άσπαταλούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σπαταλάω, σπαταλώ
εσύθα σπαταλάς
αυτός/ή/όθα σπαταλάει, σπαταλά
εμείςθα σπαταλάμε, σπαταλούμε
εσείςθα σπαταλάτε
αυτοί/ές/άθα σπαταλάνε, σπαταλούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σπαταλήσει
εσύέχεις σπαταλήσει
αυτός/ή/όέχει σπαταλήσει
εμείςέχουμε σπαταλήσει
εσείςέχετε σπαταλήσει
αυτοί/ές/άέχουν σπαταλήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σπαταλήσει
εσύείχες σπαταλήσει
αυτός/ή/όείχε σπαταλήσει
εμείςείχαμε σπαταλήσει
εσείςείχατε σπαταλήσει
αυτοί/ές/άείχαν σπαταλήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σπαταλήσει
εσύθα έχεις σπαταλήσει
αυτός/ή/όθα έχει σπαταλήσει
εμείςθα έχουμε σπαταλήσει
εσείςθα έχετε σπαταλήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν σπαταλήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσπατάλησε
εσείςσπαταλήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσπατάλα
εσείςσπαταλάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σπαταλήσω
εσύνα σπαταλήσεις
αυτός/ή/όνα σπαταλήσει
εμείςνα σπαταλήσουμε
εσείςνα σπαταλήσετε
αυτοί/ές/άνα σπαταλήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σπαταλάω, σπαταλώ
εσύνα σπαταλάς
αυτός/ή/όνα σπαταλάει, σπαταλά
εμείςνα σπαταλάμε, σπαταλούμε
εσείςνα σπαταλάτε
αυτοί/ές/άνα σπαταλάνε, σπαταλούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σπαταλήσει
εσύνα έχεις σπαταλήσει
αυτός/ή/όνα έχει σπαταλήσει
εμείςνα έχουμε σπαταλήσει
εσείςνα έχετε σπαταλήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν σπαταλήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σπαταλήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

σπαταλώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σπαταλούσα
εσύθα σπαταλούσες
αυτός/ή/όθα σπαταλούσε
εμείςθα σπαταλούσαμε
εσείςθα σπαταλούσατε
αυτοί/ές/άθα σπαταλούσαν