BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σοκάρομαι

быть шокированным

become shocked

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσοκάρομαι
εσύσοκάρεσαι
αυτός/ή/όσοκάρεται
εμείςσοκαριζόμαστε
εσείςσοκάρεστε
αυτοί/ές/άσοκάρονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσοκαρίστηκα
εσύσοκαρίστηκες
αυτός/ή/όσοκαρίστηκε
εμείςσοκαριστήκαμε
εσείςσοκαριστήκατε
αυτοί/ές/άσοκαρίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σοκαριστώ
εσύθα σοκαριστείς
αυτός/ή/όθα σοκαριστεί
εμείςθα σοκαριστούμε
εσείςθα σοκαριστείτε
αυτοί/ές/άθα σοκαριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσοκαριζόμουν
εσύσοκαριζόσουν
αυτός/ή/όσοκαριζόταν
εμείςσοκαριζόμαστε
εσείςσοκαριζόσαστε
αυτοί/ές/άσοκαρίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σοκάρομαι
εσύθα σοκάρεσαι
αυτός/ή/όθα σοκάρεται
εμείςθα σοκαριζόμαστε
εσείςθα σοκάρεστε
αυτοί/ές/άθα σοκάρονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σοκαριστεί
εσύέχεις σοκαριστεί
αυτός/ή/όέχει σοκαριστεί
εμείςέχουμε σοκαριστεί
εσείςέχετε σοκαριστεί
αυτοί/ές/άέχουν σοκαριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σοκαριστεί
εσύείχες σοκαριστεί
αυτός/ή/όείχε σοκαριστεί
εμείςείχαμε σοκαριστεί
εσείςείχατε σοκαριστεί
αυτοί/ές/άείχαν σοκαριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σοκαριστεί
εσύθα έχεις σοκαριστεί
αυτός/ή/όθα έχει σοκαριστεί
εμείςθα έχουμε σοκαριστεί
εσείςθα έχετε σοκαριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν σοκαριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσοκαρίσου
εσείςσοκαριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσοκάρεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σοκαριστώ
εσύνα σοκαριστείς
αυτός/ή/όνα σοκαριστεί
εμείςνα σοκαριστούμε
εσείςνα σοκαριστείτε
αυτοί/ές/άνα σοκαριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σοκάρομαι
εσύνα σοκάρεσαι
αυτός/ή/όνα σοκάρεται
εμείςνα σοκαριζόμαστε
εσείςνα σοκάρεστε
αυτοί/ές/άνα σοκάρονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σοκαριστεί
εσύνα έχεις σοκαριστεί
αυτός/ή/όνα έχει σοκαριστεί
εμείςνα έχουμε σοκαριστεί
εσείςνα έχετε σοκαριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν σοκαριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σοκαριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σοκαριστώ
εσύθα σοκαριστείς
αυτός/ή/όθα σοκαριστεί
εμείςθα σοκαριστούμε
εσείςθα σοκαριστείτε
αυτοί/ές/άθα σοκαριστούν