BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

σκουπίζομαι

неправильный

подметаться

sweep oneself

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσκουπίζομαι
εσύσκουπίζεσαι
αυτός/ή/όσκουπίζεται
εμείςσκουπιζόμαστε
εσείςσκουπίζεστε
αυτοί/ές/άσκουπίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσκουπίστηκα
εσύσκουπίστηκες
αυτός/ή/όσκουπίστηκε
εμείςσκουπιστήκαμε
εσείςσκουπιστήκατε
αυτοί/ές/άσκουπίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σκουπιστώ
εσύθα σκουπιστείς
αυτός/ή/όθα σκουπιστεί
εμείςθα σκουπιστούμε
εσείςθα σκουπιστείτε
αυτοί/ές/άθα σκουπιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσκουπιζόμουν
εσύσκουπιζόσουν
αυτός/ή/όσκουπιζόταν
εμείςσκουπιζόμαστε
εσείςσκουπιζόσαστε
αυτοί/ές/άσκουπίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σκουπίζομαι
εσύθα σκουπίζεσαι
αυτός/ή/όθα σκουπίζεται
εμείςθα σκουπιζόμαστε
εσείςθα σκουπίζεστε
αυτοί/ές/άθα σκουπίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σκουπιστεί
εσύέχεις σκουπιστεί
αυτός/ή/όέχει σκουπιστεί
εμείςέχουμε σκουπιστεί
εσείςέχετε σκουπιστεί
αυτοί/ές/άέχουν σκουπιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σκουπιστεί
εσύείχες σκουπιστεί
αυτός/ή/όείχε σκουπιστεί
εμείςείχαμε σκουπιστεί
εσείςείχατε σκουπιστεί
αυτοί/ές/άείχαν σκουπιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σκουπιστεί
εσύθα έχεις σκουπιστεί
αυτός/ή/όθα έχει σκουπιστεί
εμείςθα έχουμε σκουπιστεί
εσείςθα έχετε σκουπιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν σκουπιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσκουπίσου
εσείςσκουπιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσκουπίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σκουπιστώ
εσύνα σκουπιστείς
αυτός/ή/όνα σκουπιστεί
εμείςνα σκουπιστούμε
εσείςνα σκουπιστείτε
αυτοί/ές/άνα σκουπιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σκουπίζομαι
εσύνα σκουπίζεσαι
αυτός/ή/όνα σκουπίζεται
εμείςνα σκουπιζόμαστε
εσείςνα σκουπίζεστε
αυτοί/ές/άνα σκουπίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σκουπιστεί
εσύνα έχεις σκουπιστεί
αυτός/ή/όνα έχει σκουπιστεί
εμείςνα έχουμε σκουπιστεί
εσείςνα έχετε σκουπιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν σκουπιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σκουπιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σκουπιστώ
εσύθα σκουπιστείς
αυτός/ή/όθα σκουπιστεί
εμείςθα σκουπιστούμε
εσείςθα σκουπιστείτε
αυτοί/ές/άθα σκουπιστούν