BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σιγουρεύω

обеспечивать безопасность

secure

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσιγουρεύω
εσύσιγουρεύεις
αυτός/ή/όσιγουρεύει
εμείςσιγουρεύουμε
εσείςσιγουρεύετε
αυτοί/ές/άσιγουρεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσιγούρεψα
εσύσιγούρεψες
αυτός/ή/όσιγούρεψε
εμείςσιγουρέψαμε
εσείςσιγουρέψατε
αυτοί/ές/άσιγούρεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σιγουρέψω
εσύθα σιγουρέψεις
αυτός/ή/όθα σιγουρέψει
εμείςθα σιγουρέψουμε
εσείςθα σιγουρέψετε
αυτοί/ές/άθα σιγουρέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσιγούρευα
εσύσιγούρευες
αυτός/ή/όσιγούρευε
εμείςσιγουρεύαμε
εσείςσιγουρεύατε
αυτοί/ές/άσιγούρευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σιγουρεύω
εσύθα σιγουρεύεις
αυτός/ή/όθα σιγουρεύει
εμείςθα σιγουρεύουμε
εσείςθα σιγουρεύετε
αυτοί/ές/άθα σιγουρεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σιγουρέψει
εσύέχεις σιγουρέψει
αυτός/ή/όέχει σιγουρέψει
εμείςέχουμε σιγουρέψει
εσείςέχετε σιγουρέψει
αυτοί/ές/άέχουν σιγουρέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σιγουρέψει
εσύείχες σιγουρέψει
αυτός/ή/όείχε σιγουρέψει
εμείςείχαμε σιγουρέψει
εσείςείχατε σιγουρέψει
αυτοί/ές/άείχαν σιγουρέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σιγουρέψει
εσύθα έχεις σιγουρέψει
αυτός/ή/όθα έχει σιγουρέψει
εμείςθα έχουμε σιγουρέψει
εσείςθα έχετε σιγουρέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν σιγουρέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσιγούρεψε
εσείςσιγουρέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσιγούρευε
εσείςσιγουρεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σιγουρέψω
εσύνα σιγουρέψεις
αυτός/ή/όνα σιγουρέψει
εμείςνα σιγουρέψουμε
εσείςνα σιγουρέψετε
αυτοί/ές/άνα σιγουρέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σιγουρεύω
εσύνα σιγουρεύεις
αυτός/ή/όνα σιγουρεύει
εμείςνα σιγουρεύουμε
εσείςνα σιγουρεύετε
αυτοί/ές/άνα σιγουρεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σιγουρέψει
εσύνα έχεις σιγουρέψει
αυτός/ή/όνα έχει σιγουρέψει
εμείςνα έχουμε σιγουρέψει
εσείςνα έχετε σιγουρέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν σιγουρέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σιγουρέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

σιγουρεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σιγούρευα
εσύθα σιγούρευες
αυτός/ή/όθα σιγούρευε
εμείςθα σιγουρεύαμε
εσείςθα σιγουρεύατε
αυτοί/ές/άθα σιγούρευαν