BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σηκώνομαι

неправильный

подниматься, вставать

rise, get up

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσηκώνομαι
εσύσηκώνεσαι
αυτός/ή/όσηκώνεται
εμείςσηκωνόμαστε
εσείςσηκώνεστε
αυτοί/ές/άσηκώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσηκώθηκα
εσύσηκώθηκες
αυτός/ή/όσηκώθηκε
εμείςσηκωθήκαμε
εσείςσηκωθήκατε
αυτοί/ές/άσηκώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σηκωθώ
εσύθα σηκωθείς
αυτός/ή/όθα σηκωθεί
εμείςθα σηκωθούμε
εσείςθα σηκωθείτε
αυτοί/ές/άθα σηκωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσηκωνόμουν
εσύσηκωνόσουν
αυτός/ή/όσηκωνόταν
εμείςσηκωνόμαστε
εσείςσηκωνόσαστε
αυτοί/ές/άσηκώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σηκώνομαι
εσύθα σηκώνεσαι
αυτός/ή/όθα σηκώνεται
εμείςθα σηκωνόμαστε
εσείςθα σηκώνεστε
αυτοί/ές/άθα σηκώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σηκωθεί
εσύέχεις σηκωθεί
αυτός/ή/όέχει σηκωθεί
εμείςέχουμε σηκωθεί
εσείςέχετε σηκωθεί
αυτοί/ές/άέχουν σηκωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σηκωθεί
εσύείχες σηκωθεί
αυτός/ή/όείχε σηκωθεί
εμείςείχαμε σηκωθεί
εσείςείχατε σηκωθεί
αυτοί/ές/άείχαν σηκωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σηκωθεί
εσύθα έχεις σηκωθεί
αυτός/ή/όθα έχει σηκωθεί
εμείςθα έχουμε σηκωθεί
εσείςθα έχετε σηκωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν σηκωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσήκω
εσείςσηκωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσηκώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σηκωθώ
εσύνα σηκωθείς
αυτός/ή/όνα σηκωθεί
εμείςνα σηκωθούμε
εσείςνα σηκωθείτε
αυτοί/ές/άνα σηκωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σηκώνομαι
εσύνα σηκώνεσαι
αυτός/ή/όνα σηκώνεται
εμείςνα σηκωνόμαστε
εσείςνα σηκώνεστε
αυτοί/ές/άνα σηκώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σηκωθεί
εσύνα έχεις σηκωθεί
αυτός/ή/όνα έχει σηκωθεί
εμείςνα έχουμε σηκωθεί
εσείςνα έχετε σηκωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν σηκωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σηκωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σηκωθώ
εσύθα σηκωθείς
αυτός/ή/όθα σηκωθεί
εμείςθα σηκωθούμε
εσείςθα σηκωθείτε
αυτοί/ές/άθα σηκωθούν