BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σαπουνίζομαι

мыться с мылом

wash oneself with soap

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσαπουνίζομαι
εσύσαπουνίζεσαι
αυτός/ή/όσαπουνίζεται
εμείςσαπουνιζόμαστε
εσείςσαπουνίζεστε
αυτοί/ές/άσαπουνίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσαπουνίστηκα
εσύσαπουνίστηκες
αυτός/ή/όσαπουνίστηκε
εμείςσαπουνιστήκαμε
εσείςσαπουνιστήκατε
αυτοί/ές/άσαπουνίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σαπουνιστώ
εσύθα σαπουνιστείς
αυτός/ή/όθα σαπουνιστεί
εμείςθα σαπουνιστούμε
εσείςθα σαπουνιστείτε
αυτοί/ές/άθα σαπουνιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσαπουνιζόμουν
εσύσαπουνιζόσουν
αυτός/ή/όσαπουνιζόταν
εμείςσαπουνιζόμαστε
εσείςσαπουνιζόσαστε
αυτοί/ές/άσαπουνίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σαπουνίζομαι
εσύθα σαπουνίζεσαι
αυτός/ή/όθα σαπουνίζεται
εμείςθα σαπουνιζόμαστε
εσείςθα σαπουνίζεστε
αυτοί/ές/άθα σαπουνίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σαπουνιστεί
εσύέχεις σαπουνιστεί
αυτός/ή/όέχει σαπουνιστεί
εμείςέχουμε σαπουνιστεί
εσείςέχετε σαπουνιστεί
αυτοί/ές/άέχουν σαπουνιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σαπουνιστεί
εσύείχες σαπουνιστεί
αυτός/ή/όείχε σαπουνιστεί
εμείςείχαμε σαπουνιστεί
εσείςείχατε σαπουνιστεί
αυτοί/ές/άείχαν σαπουνιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σαπουνιστεί
εσύθα έχεις σαπουνιστεί
αυτός/ή/όθα έχει σαπουνιστεί
εμείςθα έχουμε σαπουνιστεί
εσείςθα έχετε σαπουνιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν σαπουνιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσαπουνίσου
εσείςσαπουνιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςσαπουνίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σαπουνιστώ
εσύνα σαπουνιστείς
αυτός/ή/όνα σαπουνιστεί
εμείςνα σαπουνιστούμε
εσείςνα σαπουνιστείτε
αυτοί/ές/άνα σαπουνιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σαπουνίζομαι
εσύνα σαπουνίζεσαι
αυτός/ή/όνα σαπουνίζεται
εμείςνα σαπουνιζόμαστε
εσείςνα σαπουνίζεστε
αυτοί/ές/άνα σαπουνίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σαπουνιστεί
εσύνα έχεις σαπουνιστεί
αυτός/ή/όνα έχει σαπουνιστεί
εμείςνα έχουμε σαπουνιστεί
εσείςνα έχετε σαπουνιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν σαπουνιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σαπουνιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σαπουνιστώ
εσύθα σαπουνιστείς
αυτός/ή/όθα σαπουνιστεί
εμείςθα σαπουνιστούμε
εσείςθα σαπουνιστείτε
αυτοί/ές/άθα σαπουνιστούν