BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

σαλπάρω

отплывать, уходить

sail, leave

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώσαλπάρω
εσύσαλπάρεις
αυτός/ή/όσαλπάρει
εμείςσαλπάρουμε
εσείςσαλπάρετε
αυτοί/ές/άσαλπάρουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώσάλπαρα
εσύσάλπαρες
αυτός/ή/όσάλπαρε
εμείςσαλπάραμε
εσείςσαλπάρατε
αυτοί/ές/άσάλπαραν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα σαλπάρω
εσύθα σαλπάρεις
αυτός/ή/όθα σαλπάρει
εμείςθα σαλπάρουμε
εσείςθα σαλπάρετε
αυτοί/ές/άθα σαλπάρουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώσάλπαρα
εσύσάλπαρες
αυτός/ή/όσάλπαρε
εμείςσαλπάραμε
εσείςσαλπάρατε
αυτοί/ές/άσάλπαραν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα σαλπάρω
εσύθα σαλπάρεις
αυτός/ή/όθα σαλπάρει
εμείςθα σαλπάρουμε
εσείςθα σαλπάρετε
αυτοί/ές/άθα σαλπάρουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω σαλπάρει
εσύέχεις σαλπάρει
αυτός/ή/όέχει σαλπάρει
εμείςέχουμε σαλπάρει
εσείςέχετε σαλπάρει
αυτοί/ές/άέχουν σαλπάρει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα σαλπάρει
εσύείχες σαλπάρει
αυτός/ή/όείχε σαλπάρει
εμείςείχαμε σαλπάρει
εσείςείχατε σαλπάρει
αυτοί/ές/άείχαν σαλπάρει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω σαλπάρει
εσύθα έχεις σαλπάρει
αυτός/ή/όθα έχει σαλπάρει
εμείςθα έχουμε σαλπάρει
εσείςθα έχετε σαλπάρει
αυτοί/ές/άθα έχουν σαλπάρει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύσάλπαρε
εσείςσαλπάρετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύσάλπαρε
εσείςσαλπάρετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα σαλπάρω
εσύνα σαλπάρεις
αυτός/ή/όνα σαλπάρει
εμείςνα σαλπάρουμε
εσείςνα σαλπάρετε
αυτοί/ές/άνα σαλπάρουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα σαλπάρω
εσύνα σαλπάρεις
αυτός/ή/όνα σαλπάρει
εμείςνα σαλπάρουμε
εσείςνα σαλπάρετε
αυτοί/ές/άνα σαλπάρουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω σαλπάρει
εσύνα έχεις σαλπάρει
αυτός/ή/όνα έχει σαλπάρει
εμείςνα έχουμε σαλπάρει
εσείςνα έχετε σαλπάρει
αυτοί/ές/άνα έχουν σαλπάρει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

σαλπάρει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

σαλπάροντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα σάλπαρα
εσύθα σάλπαρες
αυτός/ή/όθα σάλπαρε
εμείςθα σαλπάραμε
εσείςθα σαλπάρατε
αυτοί/ές/άθα σάλπαραν