BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ρυμοτομώ

составлять план улиц, наносить на карту

make street plan, map

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώρυμοτομώ
εσύρυμοτομείς
αυτός/ή/όρυμοτομεί
εμείςρυμοτομούμε
εσείςρυμοτομείτε
αυτοί/ές/άρυμοτομούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώρυμοτόμησα
εσύρυμοτόμησες
αυτός/ή/όρυμοτόμησε
εμείςρυμοτομήσαμε
εσείςρυμοτομήσατε
αυτοί/ές/άρυμοτόμησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ρυμοτομήσω
εσύθα ρυμοτομήσεις
αυτός/ή/όθα ρυμοτομήσει
εμείςθα ρυμοτομήσουμε
εσείςθα ρυμοτομήσετε
αυτοί/ές/άθα ρυμοτομήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώρυμοτομούσα
εσύρυμοτομούσες
αυτός/ή/όρυμοτομούσε
εμείςρυμοτομούσαμε
εσείςρυμοτομούσατε
αυτοί/ές/άρυμοτομούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ρυμοτομώ
εσύθα ρυμοτομείς
αυτός/ή/όθα ρυμοτομεί
εμείςθα ρυμοτομούμε
εσείςθα ρυμοτομείτε
αυτοί/ές/άθα ρυμοτομούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ρυμοτομήσει
εσύέχεις ρυμοτομήσει
αυτός/ή/όέχει ρυμοτομήσει
εμείςέχουμε ρυμοτομήσει
εσείςέχετε ρυμοτομήσει
αυτοί/ές/άέχουν ρυμοτομήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ρυμοτομήσει
εσύείχες ρυμοτομήσει
αυτός/ή/όείχε ρυμοτομήσει
εμείςείχαμε ρυμοτομήσει
εσείςείχατε ρυμοτομήσει
αυτοί/ές/άείχαν ρυμοτομήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ρυμοτομήσει
εσύθα έχεις ρυμοτομήσει
αυτός/ή/όθα έχει ρυμοτομήσει
εμείςθα έχουμε ρυμοτομήσει
εσείςθα έχετε ρυμοτομήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ρυμοτομήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύρυμοτόμησε
εσείςρυμοτομήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςρυμοτομείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ρυμοτομήσω
εσύνα ρυμοτομήσεις
αυτός/ή/όνα ρυμοτομήσει
εμείςνα ρυμοτομήσουμε
εσείςνα ρυμοτομήσετε
αυτοί/ές/άνα ρυμοτομήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ρυμοτομώ
εσύνα ρυμοτομείς
αυτός/ή/όνα ρυμοτομεί
εμείςνα ρυμοτομούμε
εσείςνα ρυμοτομείτε
αυτοί/ές/άνα ρυμοτομούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ρυμοτομήσει
εσύνα έχεις ρυμοτομήσει
αυτός/ή/όνα έχει ρυμοτομήσει
εμείςνα έχουμε ρυμοτομήσει
εσείςνα έχετε ρυμοτομήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ρυμοτομήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ρυμοτομήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ρυμοτομώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ρυμοτομούσα
εσύθα ρυμοτομούσες
αυτός/ή/όθα ρυμοτομούσε
εμείςθα ρυμοτομούσαμε
εσείςθα ρυμοτομούσατε
αυτοί/ές/άθα ρυμοτομούσαν