BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ρονρονίζω

мурлыкать, ворковать, журчать

purr, coo, gurgle

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώρονρονίζω
εσύρονρονίζεις
αυτός/ή/όρονρονίζει
εμείςρονρονίζουμε
εσείςρονρονίζετε
αυτοί/ές/άρονρονίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώρονρόνισα
εσύρονρόνισες
αυτός/ή/όρονρόνισε
εμείςρονρονίσαμε
εσείςρονρονίσατε
αυτοί/ές/άρονρόνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ρονρονίσω
εσύθα ρονρονίσεις
αυτός/ή/όθα ρονρονίσει
εμείςθα ρονρονίσουμε
εσείςθα ρονρονίσετε
αυτοί/ές/άθα ρονρονίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώρονρόνιζα
εσύρονρόνιζες
αυτός/ή/όρονρόνιζε
εμείςρονρονίζαμε
εσείςρονρονίζατε
αυτοί/ές/άρονρόνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ρονρονίζω
εσύθα ρονρονίζεις
αυτός/ή/όθα ρονρονίζει
εμείςθα ρονρονίζουμε
εσείςθα ρονρονίζετε
αυτοί/ές/άθα ρονρονίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ρονρονίσει
εσύέχεις ρονρονίσει
αυτός/ή/όέχει ρονρονίσει
εμείςέχουμε ρονρονίσει
εσείςέχετε ρονρονίσει
αυτοί/ές/άέχουν ρονρονίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ρονρονίσει
εσύείχες ρονρονίσει
αυτός/ή/όείχε ρονρονίσει
εμείςείχαμε ρονρονίσει
εσείςείχατε ρονρονίσει
αυτοί/ές/άείχαν ρονρονίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ρονρονίσει
εσύθα έχεις ρονρονίσει
αυτός/ή/όθα έχει ρονρονίσει
εμείςθα έχουμε ρονρονίσει
εσείςθα έχετε ρονρονίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ρονρονίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύρονρόνισε
εσείςρονρονίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύρονρόνιζε
εσείςρονρονίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ρονρονίσω
εσύνα ρονρονίσεις
αυτός/ή/όνα ρονρονίσει
εμείςνα ρονρονίσουμε
εσείςνα ρονρονίσετε
αυτοί/ές/άνα ρονρονίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ρονρονίζω
εσύνα ρονρονίζεις
αυτός/ή/όνα ρονρονίζει
εμείςνα ρονρονίζουμε
εσείςνα ρονρονίζετε
αυτοί/ές/άνα ρονρονίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ρονρονίσει
εσύνα έχεις ρονρονίσει
αυτός/ή/όνα έχει ρονρονίσει
εμείςνα έχουμε ρονρονίσει
εσείςνα έχετε ρονρονίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ρονρονίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ρονρονίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ρονρονίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ρονρονισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ρονρόνιζα
εσύθα ρονρόνιζες
αυτός/ή/όθα ρονρόνιζε
εμείςθα ρονρονίζαμε
εσείςθα ρονρονίζατε
αυτοί/ές/άθα ρονρόνιζαν