BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ριζώνω

укореняться

root

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώριζώνω
εσύριζώνεις
αυτός/ή/όριζώνει
εμείςριζώνουμε
εσείςριζώνετε
αυτοί/ές/άριζώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώρίζωσα
εσύρίζωσες
αυτός/ή/όρίζωσε
εμείςριζώσαμε
εσείςριζώσατε
αυτοί/ές/άρίζωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ριζώσω
εσύθα ριζώσεις
αυτός/ή/όθα ριζώσει
εμείςθα ριζώσουμε
εσείςθα ριζώσετε
αυτοί/ές/άθα ριζώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώρίζωνα
εσύρίζωνες
αυτός/ή/όρίζωνε
εμείςριζώναμε
εσείςριζώνατε
αυτοί/ές/άρίζωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ριζώνω
εσύθα ριζώνεις
αυτός/ή/όθα ριζώνει
εμείςθα ριζώνουμε
εσείςθα ριζώνετε
αυτοί/ές/άθα ριζώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ριζώσει
εσύέχεις ριζώσει
αυτός/ή/όέχει ριζώσει
εμείςέχουμε ριζώσει
εσείςέχετε ριζώσει
αυτοί/ές/άέχουν ριζώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ριζώσει
εσύείχες ριζώσει
αυτός/ή/όείχε ριζώσει
εμείςείχαμε ριζώσει
εσείςείχατε ριζώσει
αυτοί/ές/άείχαν ριζώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ριζώσει
εσύθα έχεις ριζώσει
αυτός/ή/όθα έχει ριζώσει
εμείςθα έχουμε ριζώσει
εσείςθα έχετε ριζώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ριζώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύρίζωσε
εσείςριζώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύρίζωνε
εσείςριζώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ριζώσω
εσύνα ριζώσεις
αυτός/ή/όνα ριζώσει
εμείςνα ριζώσουμε
εσείςνα ριζώσετε
αυτοί/ές/άνα ριζώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ριζώνω
εσύνα ριζώνεις
αυτός/ή/όνα ριζώνει
εμείςνα ριζώνουμε
εσείςνα ριζώνετε
αυτοί/ές/άνα ριζώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ριζώσει
εσύνα έχεις ριζώσει
αυτός/ή/όνα έχει ριζώσει
εμείςνα έχουμε ριζώσει
εσείςνα έχετε ριζώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ριζώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ριζώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ριζώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ριζωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ρίζωνα
εσύθα ρίζωνες
αυτός/ή/όθα ρίζωνε
εμείςθα ριζώναμε
εσείςθα ριζώνατε
αυτοί/ές/άθα ρίζωναν