BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προκόβω

преуспевать, процветать

progress, flourish

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροκόβω
εσύπροκόβεις
αυτός/ή/όπροκόβει
εμείςπροκόβουμε
εσείςπροκόβετε
αυτοί/ές/άπροκόβουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπρόκοψα
εσύπρόκοψες
αυτός/ή/όπρόκοψε
εμείςπροκόψαμε
εσείςπροκόψατε
αυτοί/ές/άπρόκοψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προκόψω
εσύθα προκόψεις
αυτός/ή/όθα προκόψει
εμείςθα προκόψουμε
εσείςθα προκόψετε
αυτοί/ές/άθα προκόψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπρόκοβα
εσύπρόκοβες
αυτός/ή/όπρόκοβε
εμείςπροκόβαμε
εσείςπροκόβατε
αυτοί/ές/άπρόκοβαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προκόβω
εσύθα προκόβεις
αυτός/ή/όθα προκόβει
εμείςθα προκόβουμε
εσείςθα προκόβετε
αυτοί/ές/άθα προκόβουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προκόψει
εσύέχεις προκόψει
αυτός/ή/όέχει προκόψει
εμείςέχουμε προκόψει
εσείςέχετε προκόψει
αυτοί/ές/άέχουν προκόψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προκόψει
εσύείχες προκόψει
αυτός/ή/όείχε προκόψει
εμείςείχαμε προκόψει
εσείςείχατε προκόψει
αυτοί/ές/άείχαν προκόψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προκόψει
εσύθα έχεις προκόψει
αυτός/ή/όθα έχει προκόψει
εμείςθα έχουμε προκόψει
εσείςθα έχετε προκόψει
αυτοί/ές/άθα έχουν προκόψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπρόκοψε
εσείςπροκόψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπρόκοβε
εσείςπροκόβετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προκόψω
εσύνα προκόψεις
αυτός/ή/όνα προκόψει
εμείςνα προκόψουμε
εσείςνα προκόψετε
αυτοί/ές/άνα προκόψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προκόβω
εσύνα προκόβεις
αυτός/ή/όνα προκόβει
εμείςνα προκόβουμε
εσείςνα προκόβετε
αυτοί/ές/άνα προκόβουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προκόψει
εσύνα έχεις προκόψει
αυτός/ή/όνα έχει προκόψει
εμείςνα έχουμε προκόψει
εσείςνα έχετε προκόψει
αυτοί/ές/άνα έχουν προκόψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προκόψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

προκόβοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

προκομμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πρόκοβα
εσύθα πρόκοβες
αυτός/ή/όθα πρόκοβε
εμείςθα προκόβαμε
εσείςθα προκόβατε
αυτοί/ές/άθα πρόκοβαν