BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προικίζω

давать приданое, наделять

dower, endow

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροικίζω
εσύπροικίζεις
αυτός/ή/όπροικίζει
εμείςπροικίζουμε
εσείςπροικίζετε
αυτοί/ές/άπροικίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπροίκισα
εσύπροίκισες
αυτός/ή/όπροίκισε
εμείςπροικίσαμε
εσείςπροικίσατε
αυτοί/ές/άπροίκισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προικίσω
εσύθα προικίσεις
αυτός/ή/όθα προικίσει
εμείςθα προικίσουμε
εσείςθα προικίσετε
αυτοί/ές/άθα προικίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπροίκιζα
εσύπροίκιζες
αυτός/ή/όπροίκιζε
εμείςπροικίζαμε
εσείςπροικίζατε
αυτοί/ές/άπροίκιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προικίζω
εσύθα προικίζεις
αυτός/ή/όθα προικίζει
εμείςθα προικίζουμε
εσείςθα προικίζετε
αυτοί/ές/άθα προικίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προικίσει
εσύέχεις προικίσει
αυτός/ή/όέχει προικίσει
εμείςέχουμε προικίσει
εσείςέχετε προικίσει
αυτοί/ές/άέχουν προικίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προικίσει
εσύείχες προικίσει
αυτός/ή/όείχε προικίσει
εμείςείχαμε προικίσει
εσείςείχατε προικίσει
αυτοί/ές/άείχαν προικίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προικίσει
εσύθα έχεις προικίσει
αυτός/ή/όθα έχει προικίσει
εμείςθα έχουμε προικίσει
εσείςθα έχετε προικίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν προικίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπροίκισε
εσείςπροικίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπροίκιζε
εσείςπροικίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προικίσω
εσύνα προικίσεις
αυτός/ή/όνα προικίσει
εμείςνα προικίσουμε
εσείςνα προικίσετε
αυτοί/ές/άνα προικίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προικίζω
εσύνα προικίζεις
αυτός/ή/όνα προικίζει
εμείςνα προικίζουμε
εσείςνα προικίζετε
αυτοί/ές/άνα προικίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προικίσει
εσύνα έχεις προικίσει
αυτός/ή/όνα έχει προικίσει
εμείςνα έχουμε προικίσει
εσείςνα έχετε προικίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν προικίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προικίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

προικίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προίκιζα
εσύθα προίκιζες
αυτός/ή/όθα προίκιζε
εμείςθα προικίζαμε
εσείςθα προικίζατε
αυτοί/ές/άθα προίκιζαν