BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

προεξοφλώ

выплачивать заранее

pay back

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροεξοφλώ
εσύπροεξοφλείς
αυτός/ή/όπροεξοφλεί
εμείςπροεξιφλούμε
εσείςπροεξοφλείτε
αυτοί/ές/άπροεξοφλούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπροεξόφλησα
εσύπροεξόφλησες
αυτός/ή/όπροεξόφλησε
εμείςπροεξοφλήσαμε
εσείςπροεξοφλήσατε
αυτοί/ές/άπροεξόφλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προεξοφλήσω
εσύθα προεξοφλήσεις
αυτός/ή/όθα προεξοφλήσει
εμείςθα προεξοφλήσουμε
εσείςθα προεξοφλήσετε
αυτοί/ές/άθα προεξοφλήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπροεξοφλούσα
εσύπροεξοφλούσες
αυτός/ή/όπροεξοφλούσε
εμείςπροεξοφλούσαμε
εσείςπροεξοφλούσατε
αυτοί/ές/άπροεξοφλούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προεξοφλώ
εσύθα προεξοφλείς
αυτός/ή/όθα προεξοφλεί
εμείςθα προεξιφλούμε
εσείςθα προεξοφλείτε
αυτοί/ές/άθα προεξοφλούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προεξοφλήσει
εσύέχεις προεξοφλήσει
αυτός/ή/όέχει προεξοφλήσει
εμείςέχουμε προεξοφλήσει
εσείςέχετε προεξοφλήσει
αυτοί/ές/άέχουν προεξοφλήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προεξοφλήσει
εσύείχες προεξοφλήσει
αυτός/ή/όείχε προεξοφλήσει
εμείςείχαμε προεξοφλήσει
εσείςείχατε προεξοφλήσει
αυτοί/ές/άείχαν προεξοφλήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προεξοφλήσει
εσύθα έχεις προεξοφλήσει
αυτός/ή/όθα έχει προεξοφλήσει
εμείςθα έχουμε προεξοφλήσει
εσείςθα έχετε προεξοφλήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν προεξοφλήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπροεξόφλησε
εσείςπροεξοφλήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπροεξοφλείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προεξοφλήσω
εσύνα προεξοφλήσεις
αυτός/ή/όνα προεξοφλήσει
εμείςνα προεξοφλήσουμε
εσείςνα προεξοφλήσετε
αυτοί/ές/άνα προεξοφλήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προεξοφλώ
εσύνα προεξοφλείς
αυτός/ή/όνα προεξοφλεί
εμείςνα προεξιφλούμε
εσείςνα προεξοφλείτε
αυτοί/ές/άνα προεξοφλούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προεξοφλήσει
εσύνα έχεις προεξοφλήσει
αυτός/ή/όνα έχει προεξοφλήσει
εμείςνα έχουμε προεξοφλήσει
εσείςνα έχετε προεξοφλήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν προεξοφλήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προεξοφλήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

προεξοφλώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προεξοφλούσα
εσύθα προεξοφλούσες
αυτός/ή/όθα προεξοφλούσε
εμείςθα προεξοφλούσαμε
εσείςθα προεξοφλούσατε
αυτοί/ές/άθα προεξοφλούσαν