BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

πολιορκούμαι

быть осаждённым

be sieged

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπολιορκούμαι
εσύπολιορκείσαι
αυτός/ή/όπολιορκείται
εμείςπολιορκούμαστε
εσείςπολιορκείστε
αυτοί/ές/άπολιορκούνται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπολιορκήθηκα
εσύπολιορκήθηκες
αυτός/ή/όπολιορκήθηκε
εμείςπολιορκηθήκαμε
εσείςπολιορκηθήκατε
αυτοί/ές/άπολιορκήθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πολιορκηθώ
εσύθα πολιορκηθείς
αυτός/ή/όθα πολιορκηθεί
εμείςθα πολιορκηθούμε
εσείςθα πολιορκηθείτε
αυτοί/ές/άθα πολιορκηθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπολιορκούμουν
εσύπολιορκούσουν
αυτός/ή/όπολιορκούνταν
εμείςπολιορκούμαστε
εσείςπολιορκούσαστε
αυτοί/ές/άπολιορκούνταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πολιορκούμαι
εσύθα πολιορκείσαι
αυτός/ή/όθα πολιορκείται
εμείςθα πολιορκούμαστε
εσείςθα πολιορκείστε
αυτοί/ές/άθα πολιορκούνται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πολιορκηθεί
εσύέχεις πολιορκηθεί
αυτός/ή/όέχει πολιορκηθεί
εμείςέχουμε πολιορκηθεί
εσείςέχετε πολιορκηθεί
αυτοί/ές/άέχουν πολιορκηθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πολιορκηθεί
εσύείχες πολιορκηθεί
αυτός/ή/όείχε πολιορκηθεί
εμείςείχαμε πολιορκηθεί
εσείςείχατε πολιορκηθεί
αυτοί/ές/άείχαν πολιορκηθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πολιορκηθεί
εσύθα έχεις πολιορκηθεί
αυτός/ή/όθα έχει πολιορκηθεί
εμείςθα έχουμε πολιορκηθεί
εσείςθα έχετε πολιορκηθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν πολιορκηθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπολιορκήσου
εσείςπολιορκηθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπολιορκείστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πολιορκηθώ
εσύνα πολιορκηθείς
αυτός/ή/όνα πολιορκηθεί
εμείςνα πολιορκηθούμε
εσείςνα πολιορκηθείτε
αυτοί/ές/άνα πολιορκηθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πολιορκούμαι
εσύνα πολιορκείσαι
αυτός/ή/όνα πολιορκείται
εμείςνα πολιορκούμαστε
εσείςνα πολιορκείστε
αυτοί/ές/άνα πολιορκούνται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πολιορκηθεί
εσύνα έχεις πολιορκηθεί
αυτός/ή/όνα έχει πολιορκηθεί
εμείςνα έχουμε πολιορκηθεί
εσείςνα έχετε πολιορκηθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν πολιορκηθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πολιορκηθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πολιορκηθώ
εσύθα πολιορκηθείς
αυτός/ή/όθα πολιορκηθεί
εμείςθα πολιορκηθούμε
εσείςθα πολιορκηθείτε
αυτοί/ές/άθα πολιορκηθούν