BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πληκτρολογώ

вводить с клавиатуры

key in

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπληκτρολογώ
εσύπληκτρολογείς
αυτός/ή/όπληκτρολογεί
εμείςπληκτρολογούμε
εσείςπληκτρολογείτε
αυτοί/ές/άπληκτρολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπληκτρολόγησα
εσύπληκτρολόγησες
αυτός/ή/όπληκτρολόγησε
εμείςπληκτρολογήσαμε
εσείςπληκτρολογήσατε
αυτοί/ές/άπληκτρολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πληκτρολογήσω
εσύθα πληκτρολογήσεις
αυτός/ή/όθα πληκτρολογήσει
εμείςθα πληκτρολογήσουμε
εσείςθα πληκτρολογήσετε
αυτοί/ές/άθα πληκτρολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπληκτρολογούσα
εσύπληκτρολογούσες
αυτός/ή/όπληκτρολογούσε
εμείςπληκτρολογούσαμε
εσείςπληκτρολογούσατε
αυτοί/ές/άπληκτρολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πληκτρολογώ
εσύθα πληκτρολογείς
αυτός/ή/όθα πληκτρολογεί
εμείςθα πληκτρολογούμε
εσείςθα πληκτρολογείτε
αυτοί/ές/άθα πληκτρολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πληκτρολογήσει
εσύέχεις πληκτρολογήσει
αυτός/ή/όέχει πληκτρολογήσει
εμείςέχουμε πληκτρολογήσει
εσείςέχετε πληκτρολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν πληκτρολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πληκτρολογήσει
εσύείχες πληκτρολογήσει
αυτός/ή/όείχε πληκτρολογήσει
εμείςείχαμε πληκτρολογήσει
εσείςείχατε πληκτρολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν πληκτρολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πληκτρολογήσει
εσύθα έχεις πληκτρολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει πληκτρολογήσει
εμείςθα έχουμε πληκτρολογήσει
εσείςθα έχετε πληκτρολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πληκτρολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπληκτρολόγησε
εσείςπληκτρολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπληκτρολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πληκτρολογήσω
εσύνα πληκτρολογήσεις
αυτός/ή/όνα πληκτρολογήσει
εμείςνα πληκτρολογήσουμε
εσείςνα πληκτρολογήσετε
αυτοί/ές/άνα πληκτρολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πληκτρολογώ
εσύνα πληκτρολογείς
αυτός/ή/όνα πληκτρολογεί
εμείςνα πληκτρολογούμε
εσείςνα πληκτρολογείτε
αυτοί/ές/άνα πληκτρολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πληκτρολογήσει
εσύνα έχεις πληκτρολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει πληκτρολογήσει
εμείςνα έχουμε πληκτρολογήσει
εσείςνα έχετε πληκτρολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πληκτρολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πληκτρολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πληκτρολογώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

πληκτρολογημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πληκτρολογούσα
εσύθα πληκτρολογούσες
αυτός/ή/όθα πληκτρολογούσε
εμείςθα πληκτρολογούσαμε
εσείςθα πληκτρολογούσατε
αυτοί/ές/άθα πληκτρολογούσαν