BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

πλειοψηφώ

иметь большинство, переголосовать

have the majority, outvote

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπλειοψηφώ
εσύπλειοψηφείς
αυτός/ή/όπλειοψηφεί
εμείςπλειοψηφούμε
εσείςπλειοψηφείτε
αυτοί/ές/άπλειοψηφούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπλειοψήφησα
εσύπλειοψήφησες
αυτός/ή/όπλειοψήφησε
εμείςπλειοψηφήσαμε
εσείςπλειοψηφήσατε
αυτοί/ές/άπλειοψήφησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πλειοψηφήσω
εσύθα πλειοψηφήσεις
αυτός/ή/όθα πλειοψηφήσει
εμείςθα πλειοψηφήσουμε
εσείςθα πλειοψηφήσετε
αυτοί/ές/άθα πλειοψηφήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπλειοψηφούσα
εσύπλειοψηφούσες
αυτός/ή/όπλειοψηφούσε
εμείςπλειοψηφούσαμε
εσείςπλειοψηφούσατε
αυτοί/ές/άπλειοψηφούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πλειοψηφώ
εσύθα πλειοψηφείς
αυτός/ή/όθα πλειοψηφεί
εμείςθα πλειοψηφούμε
εσείςθα πλειοψηφείτε
αυτοί/ές/άθα πλειοψηφούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πλειοψηφήσει
εσύέχεις πλειοψηφήσει
αυτός/ή/όέχει πλειοψηφήσει
εμείςέχουμε πλειοψηφήσει
εσείςέχετε πλειοψηφήσει
αυτοί/ές/άέχουν πλειοψηφήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πλειοψηφήσει
εσύείχες πλειοψηφήσει
αυτός/ή/όείχε πλειοψηφήσει
εμείςείχαμε πλειοψηφήσει
εσείςείχατε πλειοψηφήσει
αυτοί/ές/άείχαν πλειοψηφήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πλειοψηφήσει
εσύθα έχεις πλειοψηφήσει
αυτός/ή/όθα έχει πλειοψηφήσει
εμείςθα έχουμε πλειοψηφήσει
εσείςθα έχετε πλειοψηφήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πλειοψηφήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπλεοψήφησε
εσείςπλειοψηφήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπλειοψηφείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πλειοψηφήσω
εσύνα πλειοψηφήσεις
αυτός/ή/όνα πλειοψηφήσει
εμείςνα πλειοψηφήσουμε
εσείςνα πλειοψηφήσετε
αυτοί/ές/άνα πλειοψηφήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πλειοψηφώ
εσύνα πλειοψηφείς
αυτός/ή/όνα πλειοψηφεί
εμείςνα πλειοψηφούμε
εσείςνα πλειοψηφείτε
αυτοί/ές/άνα πλειοψηφούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πλειοψηφήσει
εσύνα έχεις πλειοψηφήσει
αυτός/ή/όνα έχει πλειοψηφήσει
εμείςνα έχουμε πλειοψηφήσει
εσείςνα έχετε πλειοψηφήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πλειοψηφήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πλειοψηφήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πλειοψηφώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πλειοψηφούσα
εσύθα πλειοψηφούσες
αυτός/ή/όθα πλειοψηφούσε
εμείςθα πλειοψηφούσαμε
εσείςθα πλειοψηφούσατε
αυτοί/ές/άθα πλειοψηφούσαν