BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πλέκω

вязать, заплетать

knit, braid

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπλέκω
εσύπλέκεις
αυτός/ή/όπλέκει
εμείςπλέκουμε
εσείςπλέκετε
αυτοί/ές/άπλέκουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώέπλεξα
εσύέπλεξες
αυτός/ή/όέπλεξε
εμείςπλέξαμε
εσείςπλέξατε
αυτοί/ές/άέπλεξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πλέξω
εσύθα πλέξεις
αυτός/ή/όθα πλέξει
εμείςθα πλέξουμε
εσείςθα πλέξετε
αυτοί/ές/άθα πλέξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώέπλεκα
εσύέπλεκες
αυτός/ή/όέπλεκε
εμείςπλέκαμε
εσείςπλέκατε
αυτοί/ές/άέπλεκαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πλέκω
εσύθα πλέκεις
αυτός/ή/όθα πλέκει
εμείςθα πλέκουμε
εσείςθα πλέκετε
αυτοί/ές/άθα πλέκουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πλέξει
εσύέχεις πλέξει
αυτός/ή/όέχει πλέξει
εμείςέχουμε πλέξει
εσείςέχετε πλέξει
αυτοί/ές/άέχουν πλέξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πλέξει
εσύείχες πλέξει
αυτός/ή/όείχε πλέξει
εμείςείχαμε πλέξει
εσείςείχατε πλέξει
αυτοί/ές/άείχαν πλέξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πλέξει
εσύθα έχεις πλέξει
αυτός/ή/όθα έχει πλέξει
εμείςθα έχουμε πλέξει
εσείςθα έχετε πλέξει
αυτοί/ές/άθα έχουν πλέξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπλέξε
εσείςπλέξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπλέκε
εσείςπλέκετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πλέξω
εσύνα πλέξεις
αυτός/ή/όνα πλέξει
εμείςνα πλέξουμε
εσείςνα πλέξετε
αυτοί/ές/άνα πλέξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πλέκω
εσύνα πλέκεις
αυτός/ή/όνα πλέκει
εμείςνα πλέκουμε
εσείςνα πλέκετε
αυτοί/ές/άνα πλέκουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πλέξει
εσύνα έχεις πλέξει
αυτός/ή/όνα έχει πλέξει
εμείςνα έχουμε πλέξει
εσείςνα έχετε πλέξει
αυτοί/ές/άνα έχουν πλέξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πλέξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πλέκοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα έπλεκα
εσύθα έπλεκες
αυτός/ή/όθα έπλεκε
εμείςθα πλέκαμε
εσείςθα πλέκατε
αυτοί/ές/άθα έπλεκαν