BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πιστεύω

верить

believe

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπιστεύω
εσύπιστεύεις
αυτός/ή/όπιστεύει
εμείςπιστεύουμε
εσείςπιστεύετε
αυτοί/ές/άπιστεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπίστεψα
εσύπίστεψες
αυτός/ή/όπίστεψε
εμείςπιστέψαμε
εσείςπιστέψατε
αυτοί/ές/άπίστεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πιστέψω
εσύθα πιστέψεις
αυτός/ή/όθα πιστέψει
εμείςθα πιστέψουμε
εσείςθα πιστέψετε
αυτοί/ές/άθα πιστέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπίστευα
εσύπίστευες
αυτός/ή/όπίστευε
εμείςπιστεύαμε
εσείςπιστεύατε
αυτοί/ές/άπίστευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πιστεύω
εσύθα πιστεύεις
αυτός/ή/όθα πιστεύει
εμείςθα πιστεύουμε
εσείςθα πιστεύετε
αυτοί/ές/άθα πιστεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πιστέψει
εσύέχεις πιστέψει
αυτός/ή/όέχει πιστέψει
εμείςέχουμε πιστέψει
εσείςέχετε πιστέψει
αυτοί/ές/άέχουν πιστέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πιστέψει
εσύείχες πιστέψει
αυτός/ή/όείχε πιστέψει
εμείςείχαμε πιστέψει
εσείςείχατε πιστέψει
αυτοί/ές/άείχαν πιστέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πιστέψει
εσύθα έχεις πιστέψει
αυτός/ή/όθα έχει πιστέψει
εμείςθα έχουμε πιστέψει
εσείςθα έχετε πιστέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν πιστέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπίστεψε
εσείςπιστέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπίστευε
εσείςπιστεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πιστέψω
εσύνα πιστέψεις
αυτός/ή/όνα πιστέψει
εμείςνα πιστέψουμε
εσείςνα πιστέψετε
αυτοί/ές/άνα πιστέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πιστεύω
εσύνα πιστεύεις
αυτός/ή/όνα πιστεύει
εμείςνα πιστεύουμε
εσείςνα πιστεύετε
αυτοί/ές/άνα πιστεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πιστέψει
εσύνα έχεις πιστέψει
αυτός/ή/όνα έχει πιστέψει
εμείςνα έχουμε πιστέψει
εσείςνα έχετε πιστέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν πιστέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πιστέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πιστεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πίστευα
εσύθα πίστευες
αυτός/ή/όθα πίστευε
εμείςθα πιστεύαμε
εσείςθα πιστεύατε
αυτοί/ές/άθα πίστευαν