BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πετυχαίνω

неправильный

осуществлять, достигать

accomplish, achieve

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπετυχαίνω
εσύπετυχαίνεις
αυτός/ή/όπετυχαίνει
εμείςπετυχαίνουμε
εσείςπετυχαίνετε
αυτοί/ές/άπετυχαίνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπέτυχα
εσύπέτυχες
αυτός/ή/όπέτυχε
εμείςπετύχαμε
εσείςπετύχατε
αυτοί/ές/άπέτυχαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πετύχω
εσύθα πετύχεις
αυτός/ή/όθα πετύχει
εμείςθα πετύχουμε
εσείςθα πετύχετε
αυτοί/ές/άθα πετύχουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπετύχαινα
εσύπετύχαινες
αυτός/ή/όπετύχαινε
εμείςπετυχαίναμε
εσείςπετυχαίνατε
αυτοί/ές/άπετύχαιναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πετυχαίνω
εσύθα πετυχαίνεις
αυτός/ή/όθα πετυχαίνει
εμείςθα πετυχαίνουμε
εσείςθα πετυχαίνετε
αυτοί/ές/άθα πετυχαίνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πετύχει
εσύέχεις πετύχει
αυτός/ή/όέχει πετύχει
εμείςέχουμε πετύχει
εσείςέχετε πετύχει
αυτοί/ές/άέχουν πετύχει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πετύχει
εσύείχες πετύχει
αυτός/ή/όείχε πετύχει
εμείςείχαμε πετύχει
εσείςείχατε πετύχει
αυτοί/ές/άείχαν πετύχει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πετύχει
εσύθα έχεις πετύχει
αυτός/ή/όθα έχει πετύχει
εμείςθα έχουμε πετύχει
εσείςθα έχετε πετύχει
αυτοί/ές/άθα έχουν πετύχει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπέτυχε
εσείςπετύχετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπετυχαίνε
εσείςπετυχαίνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πετύχω
εσύνα πετύχεις
αυτός/ή/όνα πετύχει
εμείςνα πετύχουμε
εσείςνα πετύχετε
αυτοί/ές/άνα πετύχουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πετυχαίνω
εσύνα πετυχαίνεις
αυτός/ή/όνα πετυχαίνει
εμείςνα πετυχαίνουμε
εσείςνα πετυχαίνετε
αυτοί/ές/άνα πετυχαίνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πετύχει
εσύνα έχεις πετύχει
αυτός/ή/όνα έχει πετύχει
εμείςνα έχουμε πετύχει
εσείςνα έχετε πετύχει
αυτοί/ές/άνα έχουν πετύχει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πετύχει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πετυχαίνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

πετυχημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πετύχαινα
εσύθα πετύχαινες
αυτός/ή/όθα πετύχαινε
εμείςθα πετυχαίναμε
εσείςθα πετυχαίνατε
αυτοί/ές/άθα πετύχαιναν