BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

περιορίζω

ограничивать, сдерживать, стеснять

limit, confine, restrict

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπεριορίζω
εσύπεριορίζεις
αυτός/ή/όπεριορίζει
εμείςπεριορίζουμε
εσείςπεριορίζετε
αυτοί/ές/άπεριορίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπεριόρισα
εσύπεριόρισες
αυτός/ή/όπεριόρισε
εμείςπεριορίσαμε
εσείςπεριορίσατε
αυτοί/ές/άπεριόρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα περιορίσω
εσύθα περιορίσεις
αυτός/ή/όθα περιορίσει
εμείςθα περιορίσουμε
εσείςθα περιορίσετε
αυτοί/ές/άθα περιορίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπεριόριζα
εσύπεριόριζες
αυτός/ή/όπεριόριζε
εμείςπεριορίζαμε
εσείςπεριορίζατε
αυτοί/ές/άπεριόριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα περιορίζω
εσύθα περιορίζεις
αυτός/ή/όθα περιορίζει
εμείςθα περιορίζουμε
εσείςθα περιορίζετε
αυτοί/ές/άθα περιορίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω περιορίσει
εσύέχεις περιορίσει
αυτός/ή/όέχει περιορίσει
εμείςέχουμε περιορίσει
εσείςέχετε περιορίσει
αυτοί/ές/άέχουν περιορίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα περιορίσει
εσύείχες περιορίσει
αυτός/ή/όείχε περιορίσει
εμείςείχαμε περιορίσει
εσείςείχατε περιορίσει
αυτοί/ές/άείχαν περιορίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω περιορίσει
εσύθα έχεις περιορίσει
αυτός/ή/όθα έχει περιορίσει
εμείςθα έχουμε περιορίσει
εσείςθα έχετε περιορίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν περιορίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπεριόρισε
εσείςπεριορίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπεριόριζε
εσείςπεριορίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα περιορίσω
εσύνα περιορίσεις
αυτός/ή/όνα περιορίσει
εμείςνα περιορίσουμε
εσείςνα περιορίσετε
αυτοί/ές/άνα περιορίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα περιορίζω
εσύνα περιορίζεις
αυτός/ή/όνα περιορίζει
εμείςνα περιορίζουμε
εσείςνα περιορίζετε
αυτοί/ές/άνα περιορίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω περιορίσει
εσύνα έχεις περιορίσει
αυτός/ή/όνα έχει περιορίσει
εμείςνα έχουμε περιορίσει
εσείςνα έχετε περιορίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν περιορίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

περιορίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

περιορίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα περιόριζα
εσύθα περιόριζες
αυτός/ή/όθα περιόριζε
εμείςθα περιορίζαμε
εσείςθα περιορίζατε
αυτοί/ές/άθα περιόριζαν