BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

περιοδεύω

гастролировать, путешествовать

tour, travel

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπεριοδεύω
εσύπεριοδεύεις
αυτός/ή/όπεριοδεύει
εμείςπεριοδεύουμε
εσείςπεριοδεύετε
αυτοί/ές/άπεριοδεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπεριόδευσα
εσύπεριόδευσες
αυτός/ή/όπεριόδευσε
εμείςπεριοδεύσαμε
εσείςπεριοδεύσατε
αυτοί/ές/άπεριόδευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα περιοδεύσω
εσύθα περιοδεύσεις
αυτός/ή/όθα περιοδεύσει
εμείςθα περιοδεύσουμε
εσείςθα περιοδεύσετε
αυτοί/ές/άθα περιοδεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπεριόδευα
εσύπεριόδευες
αυτός/ή/όπεριόδευε
εμείςπεριοδεύαμε
εσείςπεριοδεύατε
αυτοί/ές/άπεριόδευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα περιοδεύω
εσύθα περιοδεύεις
αυτός/ή/όθα περιοδεύει
εμείςθα περιοδεύουμε
εσείςθα περιοδεύετε
αυτοί/ές/άθα περιοδεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω περιοδεύσει
εσύέχεις περιοδεύσει
αυτός/ή/όέχει περιοδεύσει
εμείςέχουμε περιοδεύσει
εσείςέχετε περιοδεύσει
αυτοί/ές/άέχουν περιοδεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα περιοδεύσει
εσύείχες περιοδεύσει
αυτός/ή/όείχε περιοδεύσει
εμείςείχαμε περιοδεύσει
εσείςείχατε περιοδεύσει
αυτοί/ές/άείχαν περιοδεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω περιοδεύσει
εσύθα έχεις περιοδεύσει
αυτός/ή/όθα έχει περιοδεύσει
εμείςθα έχουμε περιοδεύσει
εσείςθα έχετε περιοδεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν περιοδεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπεριόδευσε
εσείςπεριοδεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπεριόδευε
εσείςπεριοδεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα περιοδεύσω
εσύνα περιοδεύσεις
αυτός/ή/όνα περιοδεύσει
εμείςνα περιοδεύσουμε
εσείςνα περιοδεύσετε
αυτοί/ές/άνα περιοδεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα περιοδεύω
εσύνα περιοδεύεις
αυτός/ή/όνα περιοδεύει
εμείςνα περιοδεύουμε
εσείςνα περιοδεύετε
αυτοί/ές/άνα περιοδεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω περιοδεύσει
εσύνα έχεις περιοδεύσει
αυτός/ή/όνα έχει περιοδεύσει
εμείςνα έχουμε περιοδεύσει
εσείςνα έχετε περιοδεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν περιοδεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

περιοδεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

περιοδεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα περιόδευα
εσύθα περιόδευες
αυτός/ή/όθα περιόδευε
εμείςθα περιοδεύαμε
εσείςθα περιοδεύατε
αυτοί/ές/άθα περιόδευαν