BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

περιμαζεύομαι

быть окружённым заботой

be cared for

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπεριμαζεύομαι
εσύπεριμαζεύεσαι
αυτός/ή/όπεριμαζεύεται
εμείςπεριμαζευόμαστε
εσείςπεριμαζεύεστε
αυτοί/ές/άπεριμαζεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπεριμαζεύτηκα
εσύπεριμαζεύτηκες
αυτός/ή/όπεριμαζεύτηκε
εμείςπεριμαζευτήκαμε
εσείςπεριμαζευτήκατε
αυτοί/ές/άπεριμαζεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα περιμαζευτώ
εσύθα περιμαζευτείς
αυτός/ή/όθα περιμαζευτεί
εμείςθα περιμαζευτούμε
εσείςθα περιμαζευτείτε
αυτοί/ές/άθα περιμαζευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπεριμαζευόμουν
εσύπεριμαζευόσουν
αυτός/ή/όπεριμαζευόταν
εμείςπεριμαζευόμαστε
εσείςπεριμαζευόσαστε
αυτοί/ές/άπεριμαζεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα περιμαζεύομαι
εσύθα περιμαζεύεσαι
αυτός/ή/όθα περιμαζεύεται
εμείςθα περιμαζευόμαστε
εσείςθα περιμαζεύεστε
αυτοί/ές/άθα περιμαζεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω περιμαζευτεί
εσύέχεις περιμαζευτεί
αυτός/ή/όέχει περιμαζευτεί
εμείςέχουμε περιμαζευτεί
εσείςέχετε περιμαζευτεί
αυτοί/ές/άέχουν περιμαζευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα περιμαζευτεί
εσύείχες περιμαζευτεί
αυτός/ή/όείχε περιμαζευτεί
εμείςείχαμε περιμαζευτεί
εσείςείχατε περιμαζευτεί
αυτοί/ές/άείχαν περιμαζευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω περιμαζευτεί
εσύθα έχεις περιμαζευτεί
αυτός/ή/όθα έχει περιμαζευτεί
εμείςθα έχουμε περιμαζευτεί
εσείςθα έχετε περιμαζευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν περιμαζευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπεριμαζέψου
εσείςπεριμαζευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπεριμαζεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα περιμαζευτώ
εσύνα περιμαζευτείς
αυτός/ή/όνα περιμαζευτεί
εμείςνα περιμαζευτούμε
εσείςνα περιμαζευτείτε
αυτοί/ές/άνα περιμαζευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα περιμαζεύομαι
εσύνα περιμαζεύεσαι
αυτός/ή/όνα περιμαζεύεται
εμείςνα περιμαζευόμαστε
εσείςνα περιμαζεύεστε
αυτοί/ές/άνα περιμαζεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω περιμαζευτεί
εσύνα έχεις περιμαζευτεί
αυτός/ή/όνα έχει περιμαζευτεί
εμείςνα έχουμε περιμαζευτεί
εσείςνα έχετε περιμαζευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν περιμαζευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

περιμαζευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα περιμαζευτώ
εσύθα περιμαζευτείς
αυτός/ή/όθα περιμαζευτεί
εμείςθα περιμαζευτούμε
εσείςθα περιμαζευτείτε
αυτοί/ές/άθα περιμαζευτούν