BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πείθω

убеждать

persuade

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπείθω
εσύπείθεις
αυτός/ή/όπείθει
εμείςπείθουμε
εσείςπείθετε
αυτοί/ές/άπείθουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώέπεισα
εσύέπεισες
αυτός/ή/όέπεισε
εμείςπείσαμε
εσείςπείσατε
αυτοί/ές/άέπεισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πείσω
εσύθα πείσεις
αυτός/ή/όθα πείσει
εμείςθα πείσουμε
εσείςθα πείσετε
αυτοί/ές/άθα πείσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώέπειθα
εσύέπειθες
αυτός/ή/όέπειθε
εμείςπείθαμε
εσείςπείθατε
αυτοί/ές/άέπειθαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πείθω
εσύθα πείθεις
αυτός/ή/όθα πείθει
εμείςθα πείθουμε
εσείςθα πείθετε
αυτοί/ές/άθα πείθουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πείσει
εσύέχεις πείσει
αυτός/ή/όέχει πείσει
εμείςέχουμε πείσει
εσείςέχετε πείσει
αυτοί/ές/άέχουν πείσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πείσει
εσύείχες πείσει
αυτός/ή/όείχε πείσει
εμείςείχαμε πείσει
εσείςείχατε πείσει
αυτοί/ές/άείχαν πείσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πείσει
εσύθα έχεις πείσει
αυτός/ή/όθα έχει πείσει
εμείςθα έχουμε πείσει
εσείςθα έχετε πείσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πείσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπείσε
εσείςπείστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπείθε
εσείςπείθετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πείσω
εσύνα πείσεις
αυτός/ή/όνα πείσει
εμείςνα πείσουμε
εσείςνα πείσετε
αυτοί/ές/άνα πείσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πείθω
εσύνα πείθεις
αυτός/ή/όνα πείθει
εμείςνα πείθουμε
εσείςνα πείθετε
αυτοί/ές/άνα πείθουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πείσει
εσύνα έχεις πείσει
αυτός/ή/όνα έχει πείσει
εμείςνα έχουμε πείσει
εσείςνα έχετε πείσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πείσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πείσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πείθοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα έπειθα
εσύθα έπειθες
αυτός/ή/όθα έπειθε
εμείςθα πείθαμε
εσείςθα πείθατε
αυτοί/ές/άθα έπειθαν