BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παρηγοράω, παρηγορώ

утешать

comfort, console

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαρηγοράω, παρηγορώ
εσύπαρηγοράς
αυτός/ή/όπαρηγοράει, παρηγορά
εμείςπαρηγοράμε, παρηγορούμε
εσείςπαρηγοράτε
αυτοί/ές/άπαρηγοράνε, παρηγορούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαρηγόρησα
εσύπαρηγόρησες
αυτός/ή/όπαρηγόρησε
εμείςπαρηγορήσαμε
εσείςπαρηγορήσατε
αυτοί/ές/άπαρηγόρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παρηγορήσω
εσύθα παρηγορήσεις
αυτός/ή/όθα παρηγορήσει
εμείςθα παρηγορήσουμε
εσείςθα παρηγορήσετε
αυτοί/ές/άθα παρηγορήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαρηγορούσα
εσύπαρηγορούσες
αυτός/ή/όπαρηγορούσε
εμείςπαρηγορούσαμε
εσείςπαρηγορούσατε
αυτοί/ές/άπαρηγορούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παρηγοράω, παρηγορώ
εσύθα παρηγοράς
αυτός/ή/όθα παρηγοράει, παρηγορά
εμείςθα παρηγοράμε, παρηγορούμε
εσείςθα παρηγοράτε
αυτοί/ές/άθα παρηγοράνε, παρηγορούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παρηγορήσει
εσύέχεις παρηγορήσει
αυτός/ή/όέχει παρηγορήσει
εμείςέχουμε παρηγορήσει
εσείςέχετε παρηγορήσει
αυτοί/ές/άέχουν παρηγορήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παρηγορήσει
εσύείχες παρηγορήσει
αυτός/ή/όείχε παρηγορήσει
εμείςείχαμε παρηγορήσει
εσείςείχατε παρηγορήσει
αυτοί/ές/άείχαν παρηγορήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παρηγορήσει
εσύθα έχεις παρηγορήσει
αυτός/ή/όθα έχει παρηγορήσει
εμείςθα έχουμε παρηγορήσει
εσείςθα έχετε παρηγορήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παρηγορήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαρηγόρησε
εσείςπαρηγορήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαρηγόρα
εσείςπαρηγοράτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παρηγορήσω
εσύνα παρηγορήσεις
αυτός/ή/όνα παρηγορήσει
εμείςνα παρηγορήσουμε
εσείςνα παρηγορήσετε
αυτοί/ές/άνα παρηγορήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παρηγοράω, παρηγορώ
εσύνα παρηγοράς
αυτός/ή/όνα παρηγοράει, παρηγορά
εμείςνα παρηγοράμε, παρηγορούμε
εσείςνα παρηγοράτε
αυτοί/ές/άνα παρηγοράνε, παρηγορούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παρηγορήσει
εσύνα έχεις παρηγορήσει
αυτός/ή/όνα έχει παρηγορήσει
εμείςνα έχουμε παρηγορήσει
εσείςνα έχετε παρηγορήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παρηγορήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παρηγορήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παρηγορώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παρηγορούσα
εσύθα παρηγορούσες
αυτός/ή/όθα παρηγορούσε
εμείςθα παρηγορούσαμε
εσείςθα παρηγορούσατε
αυτοί/ές/άθα παρηγορούσαν