BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παραπατάω, παραπατώ

спотыкаться

stumble

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαραπατάω, παραπατώ
εσύπαραπατάς
αυτός/ή/όπαραπατάει, παραπατά
εμείςπαραπατάμε, παραπατούμε
εσείςπαραπατάτε
αυτοί/ές/άπαραπατάνε, παραπατούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαραπάτησα
εσύπαραπάτησες
αυτός/ή/όπαραπάτησε
εμείςπαραπατήσαμε
εσείςπαραπατήσατε
αυτοί/ές/άπαραπάτησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παραπατήσω
εσύθα παραπατήσεις
αυτός/ή/όθα παραπατήσει
εμείςθα παραπατήσουμε
εσείςθα παραπατήσετε
αυτοί/ές/άθα παραπατήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαραπατούσα
εσύπαραπατούσες
αυτός/ή/όπαραπατούσε
εμείςπαραπατούσαμε
εσείςπαραπατούσατε
αυτοί/ές/άπαραπατούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παραπατάω, παραπατώ
εσύθα παραπατάς
αυτός/ή/όθα παραπατάει, παραπατά
εμείςθα παραπατάμε, παραπατούμε
εσείςθα παραπατάτε
αυτοί/ές/άθα παραπατάνε, παραπατούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παραπατήσει
εσύέχεις παραπατήσει
αυτός/ή/όέχει παραπατήσει
εμείςέχουμε παραπατήσει
εσείςέχετε παραπατήσει
αυτοί/ές/άέχουν παραπατήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παραπατήσει
εσύείχες παραπατήσει
αυτός/ή/όείχε παραπατήσει
εμείςείχαμε παραπατήσει
εσείςείχατε παραπατήσει
αυτοί/ές/άείχαν παραπατήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παραπατήσει
εσύθα έχεις παραπατήσει
αυτός/ή/όθα έχει παραπατήσει
εμείςθα έχουμε παραπατήσει
εσείςθα έχετε παραπατήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παραπατήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαραπάτησε
εσείςπαραπατήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαραπάτα
εσείςπαραπατάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παραπατήσω
εσύνα παραπατήσεις
αυτός/ή/όνα παραπατήσει
εμείςνα παραπατήσουμε
εσείςνα παραπατήσετε
αυτοί/ές/άνα παραπατήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παραπατάω, παραπατώ
εσύνα παραπατάς
αυτός/ή/όνα παραπατάει, παραπατά
εμείςνα παραπατάμε, παραπατούμε
εσείςνα παραπατάτε
αυτοί/ές/άνα παραπατάνε, παραπατούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παραπατήσει
εσύνα έχεις παραπατήσει
αυτός/ή/όνα έχει παραπατήσει
εμείςνα έχουμε παραπατήσει
εσείςνα έχετε παραπατήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παραπατήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παραπατήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παραπατώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παραπατούσα
εσύθα παραπατούσες
αυτός/ή/όθα παραπατούσε
εμείςθα παραπατούσαμε
εσείςθα παραπατούσατε
αυτοί/ές/άθα παραπατούσαν