BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παραμελώ

пренебрегать, игнорировать

neglect, disregard

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαραμελώ
εσύπαραμελείς
αυτός/ή/όπαραμελεί
εμείςπαραμελούμε
εσείςπαραμελείτε
αυτοί/ές/άπαραμελούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαραμέλησα
εσύπαραμέλησες
αυτός/ή/όπαραμέλησε
εμείςπαραμελήσαμε
εσείςπαραμελήσατε
αυτοί/ές/άπαραμέλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παραμελήσω
εσύθα παραμελήσεις
αυτός/ή/όθα παραμελήσει
εμείςθα παραμελήσουμε
εσείςθα παραμελήσετε
αυτοί/ές/άθα παραμελήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαραμελούσα
εσύπαραμελούσες
αυτός/ή/όπαραμελούσε
εμείςπαραμελούσαμε
εσείςπαραμελούσατε
αυτοί/ές/άπαραμελούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παραμελώ
εσύθα παραμελείς
αυτός/ή/όθα παραμελεί
εμείςθα παραμελούμε
εσείςθα παραμελείτε
αυτοί/ές/άθα παραμελούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παραμελήσει
εσύέχεις παραμελήσει
αυτός/ή/όέχει παραμελήσει
εμείςέχουμε παραμελήσει
εσείςέχετε παραμελήσει
αυτοί/ές/άέχουν παραμελήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παραμελήσει
εσύείχες παραμελήσει
αυτός/ή/όείχε παραμελήσει
εμείςείχαμε παραμελήσει
εσείςείχατε παραμελήσει
αυτοί/ές/άείχαν παραμελήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παραμελήσει
εσύθα έχεις παραμελήσει
αυτός/ή/όθα έχει παραμελήσει
εμείςθα έχουμε παραμελήσει
εσείςθα έχετε παραμελήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παραμελήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαραμέλησε
εσείςπαραμελήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπαραμελείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παραμελήσω
εσύνα παραμελήσεις
αυτός/ή/όνα παραμελήσει
εμείςνα παραμελήσουμε
εσείςνα παραμελήσετε
αυτοί/ές/άνα παραμελήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παραμελώ
εσύνα παραμελείς
αυτός/ή/όνα παραμελεί
εμείςνα παραμελούμε
εσείςνα παραμελείτε
αυτοί/ές/άνα παραμελούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παραμελήσει
εσύνα έχεις παραμελήσει
αυτός/ή/όνα έχει παραμελήσει
εμείςνα έχουμε παραμελήσει
εσείςνα έχετε παραμελήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παραμελήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παραμελήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παραμελώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παραμελούσα
εσύθα παραμελούσες
αυτός/ή/όθα παραμελούσε
εμείςθα παραμελούσαμε
εσείςθα παραμελούσατε
αυτοί/ές/άθα παραμελούσαν