BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παρακμάζω

приходить в упадок, разрушаться, падать

decline, decay, fall

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαρακμάζω
εσύπαρακμάζεις
αυτός/ή/όπαρακμάζει
εμείςπαρακμάζουμε
εσείςπαρακμάζετε
αυτοί/ές/άπαρακμάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαράκμασα
εσύπαράκμασες
αυτός/ή/όπαράκμασε
εμείςπαρακμάσαμε
εσείςπαρακμάσατε
αυτοί/ές/άπαράκμασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παρακμάσω
εσύθα παρακμάσεις
αυτός/ή/όθα παρακμάσει
εμείςθα παρακμάσουμε
εσείςθα παρακμάσετε
αυτοί/ές/άθα παρακμάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαράκμαζα
εσύπαράκμαζες
αυτός/ή/όπαράκμαζε
εμείςπαρακμάζαμε
εσείςπαρακμάζατε
αυτοί/ές/άπαράκμαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παρακμάζω
εσύθα παρακμάζεις
αυτός/ή/όθα παρακμάζει
εμείςθα παρακμάζουμε
εσείςθα παρακμάζετε
αυτοί/ές/άθα παρακμάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παρακμάσει
εσύέχεις παρακμάσει
αυτός/ή/όέχει παρακμάσει
εμείςέχουμε παρακμάσει
εσείςέχετε παρακμάσει
αυτοί/ές/άέχουν παρακμάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παρακμάσει
εσύείχες παρακμάσει
αυτός/ή/όείχε παρακμάσει
εμείςείχαμε παρακμάσει
εσείςείχατε παρακμάσει
αυτοί/ές/άείχαν παρακμάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παρακμάσει
εσύθα έχεις παρακμάσει
αυτός/ή/όθα έχει παρακμάσει
εμείςθα έχουμε παρακμάσει
εσείςθα έχετε παρακμάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παρακμάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαράκμασε
εσείςπαρακμάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαράκμαζε
εσείςπαρακμάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παρακμάσω
εσύνα παρακμάσεις
αυτός/ή/όνα παρακμάσει
εμείςνα παρακμάσουμε
εσείςνα παρακμάσετε
αυτοί/ές/άνα παρακμάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παρακμάζω
εσύνα παρακμάζεις
αυτός/ή/όνα παρακμάζει
εμείςνα παρακμάζουμε
εσείςνα παρακμάζετε
αυτοί/ές/άνα παρακμάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παρακμάσει
εσύνα έχεις παρακμάσει
αυτός/ή/όνα έχει παρακμάσει
εμείςνα έχουμε παρακμάσει
εσείςνα έχετε παρακμάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παρακμάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παρακμάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παρακμάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

παρακμασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παράκμαζα
εσύθα παράκμαζες
αυτός/ή/όθα παράκμαζε
εμείςθα παρακμάζαμε
εσείςθα παρακμάζατε
αυτοί/ές/άθα παράκμαζαν