BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παπαγαλίζω

заучивать наизусть, повторять как попугай

learn by heart, echo back, repeat in parrot fashion

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαπαγαλίζω
εσύπαπαγαλίζεις
αυτός/ή/όπαπαγαλίζει
εμείςπαπαγαλίζουμε
εσείςπαπαγαλίζετε
αυτοί/ές/άπαπαγαλίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαπαγάλισα
εσύπαπαγάλισες
αυτός/ή/όπαπαγάλισε
εμείςπαπαγαλίσαμε
εσείςπαπαγαλίσατε
αυτοί/ές/άπαπαγάλισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παπαγαλίσω
εσύθα παπαγαλίσεις
αυτός/ή/όθα παπαγαλίσει
εμείςθα παπαγαλίσουμε
εσείςθα παπαγαλίσετε
αυτοί/ές/άθα παπαγαλίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαπαγάλιζα
εσύπαπαγάλιζες
αυτός/ή/όπαπαγάλιζε
εμείςπαπαγαλίζαμε
εσείςπαπαγαλίζατε
αυτοί/ές/άπαπαγάλιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παπαγαλίζω
εσύθα παπαγαλίζεις
αυτός/ή/όθα παπαγαλίζει
εμείςθα παπαγαλίζουμε
εσείςθα παπαγαλίζετε
αυτοί/ές/άθα παπαγαλίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παπαγαλίσει
εσύέχεις παπαγαλίσει
αυτός/ή/όέχει παπαγαλίσει
εμείςέχουμε παπαγαλίσει
εσείςέχετε παπαγαλίσει
αυτοί/ές/άέχουν παπαγαλίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παπαγαλίσει
εσύείχες παπαγαλίσει
αυτός/ή/όείχε παπαγαλίσει
εμείςείχαμε παπαγαλίσει
εσείςείχατε παπαγαλίσει
αυτοί/ές/άείχαν παπαγαλίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παπαγαλίσει
εσύθα έχεις παπαγαλίσει
αυτός/ή/όθα έχει παπαγαλίσει
εμείςθα έχουμε παπαγαλίσει
εσείςθα έχετε παπαγαλίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παπαγαλίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαπαγάλισε
εσείςπαπαγαλίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαπαγάλιζε
εσείςπαπαγαλίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παπαγαλίσω
εσύνα παπαγαλίσεις
αυτός/ή/όνα παπαγαλίσει
εμείςνα παπαγαλίσουμε
εσείςνα παπαγαλίσετε
αυτοί/ές/άνα παπαγαλίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παπαγαλίζω
εσύνα παπαγαλίζεις
αυτός/ή/όνα παπαγαλίζει
εμείςνα παπαγαλίζουμε
εσείςνα παπαγαλίζετε
αυτοί/ές/άνα παπαγαλίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παπαγαλίσει
εσύνα έχεις παπαγαλίσει
αυτός/ή/όνα έχει παπαγαλίσει
εμείςνα έχουμε παπαγαλίσει
εσείςνα έχετε παπαγαλίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παπαγαλίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παπαγαλίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παπαγαλίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παπαγάλιζα
εσύθα παπαγάλιζες
αυτός/ή/όθα παπαγάλιζε
εμείςθα παπαγαλίζαμε
εσείςθα παπαγαλίζατε
αυτοί/ές/άθα παπαγάλιζαν