BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

παντρεύομαι

жениться, выходить замуж

get married

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαντρεύομαι
εσύπαντρεύεσαι
αυτός/ή/όπαντρεύεται
εμείςπαντρευόμαστε
εσείςπαντρεύεστε
αυτοί/ές/άπαντρεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαντρεύτηκα
εσύπαντρεύτηκες
αυτός/ή/όπαντρεύτηκε
εμείςπαντρευτήκαμε
εσείςπαντρευτήκατε
αυτοί/ές/άπαντρεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παντρευτώ
εσύθα παντρευτείς
αυτός/ή/όθα παντρευτεί
εμείςθα παντρευτούμε
εσείςθα παντρευτείτε
αυτοί/ές/άθα παντρευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαντρευόμουν
εσύπαντρευόσουν
αυτός/ή/όπαντρευόταν
εμείςπαντρευόμαστε
εσείςπαντρευόσαστε
αυτοί/ές/άπαντρεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παντρεύομαι
εσύθα παντρεύεσαι
αυτός/ή/όθα παντρεύεται
εμείςθα παντρευόμαστε
εσείςθα παντρεύεστε
αυτοί/ές/άθα παντρεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παντρευτεί
εσύέχεις παντρευτεί
αυτός/ή/όέχει παντρευτεί
εμείςέχουμε παντρευτεί
εσείςέχετε παντρευτεί
αυτοί/ές/άέχουν παντρευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παντρευτεί
εσύείχες παντρευτεί
αυτός/ή/όείχε παντρευτεί
εμείςείχαμε παντρευτεί
εσείςείχατε παντρευτεί
αυτοί/ές/άείχαν παντρευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παντρευτεί
εσύθα έχεις παντρευτεί
αυτός/ή/όθα έχει παντρευτεί
εμείςθα έχουμε παντρευτεί
εσείςθα έχετε παντρευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν παντρευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαντρέψου
εσείςπαντρευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπαντρεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παντρευτώ
εσύνα παντρευτείς
αυτός/ή/όνα παντρευτεί
εμείςνα παντρευτούμε
εσείςνα παντρευτείτε
αυτοί/ές/άνα παντρευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παντρεύομαι
εσύνα παντρεύεσαι
αυτός/ή/όνα παντρεύεται
εμείςνα παντρευόμαστε
εσείςνα παντρεύεστε
αυτοί/ές/άνα παντρεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παντρευτεί
εσύνα έχεις παντρευτεί
αυτός/ή/όνα έχει παντρευτεί
εμείςνα έχουμε παντρευτεί
εσείςνα έχετε παντρευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν παντρευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παντρευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παντρευτώ
εσύθα παντρευτείς
αυτός/ή/όθα παντρευτεί
εμείςθα παντρευτούμε
εσείςθα παντρευτείτε
αυτοί/ές/άθα παντρευτούν