BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παλιώνω

стареть, становиться старым

age, become old

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαλιώνω
εσύπαλιώνεις
αυτός/ή/όπαλιώνει
εμείςπαλιώνουμε
εσείςπαλιώνετε
αυτοί/ές/άπαλιώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπάλιωσα
εσύπάλιωσες
αυτός/ή/όπάλιωσε
εμείςπαλιώσαμε
εσείςπαλιώσατε
αυτοί/ές/άπάλιωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παλιώσω
εσύθα παλιώσεις
αυτός/ή/όθα παλιώσει
εμείςθα παλιώσουμε
εσείςθα παλιώσετε
αυτοί/ές/άθα παλιώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπάλιωνα
εσύπάλιωνες
αυτός/ή/όπάλιωνε
εμείςπαλιώναμε
εσείςπαλιώνατε
αυτοί/ές/άπάλιωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παλιώνω
εσύθα παλιώνεις
αυτός/ή/όθα παλιώνει
εμείςθα παλιώνουμε
εσείςθα παλιώνετε
αυτοί/ές/άθα παλιώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παλιώσει
εσύέχεις παλιώσει
αυτός/ή/όέχει παλιώσει
εμείςέχουμε παλιώσει
εσείςέχετε παλιώσει
αυτοί/ές/άέχουν παλιώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παλιώσει
εσύείχες παλιώσει
αυτός/ή/όείχε παλιώσει
εμείςείχαμε παλιώσει
εσείςείχατε παλιώσει
αυτοί/ές/άείχαν παλιώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παλιώσει
εσύθα έχεις παλιώσει
αυτός/ή/όθα έχει παλιώσει
εμείςθα έχουμε παλιώσει
εσείςθα έχετε παλιώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παλιώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπάλιωσε
εσείςπαλιώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπάλιωνε
εσείςπαλιώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παλιώσω
εσύνα παλιώσεις
αυτός/ή/όνα παλιώσει
εμείςνα παλιώσουμε
εσείςνα παλιώσετε
αυτοί/ές/άνα παλιώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παλιώνω
εσύνα παλιώνεις
αυτός/ή/όνα παλιώνει
εμείςνα παλιώνουμε
εσείςνα παλιώνετε
αυτοί/ές/άνα παλιώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παλιώσει
εσύνα έχεις παλιώσει
αυτός/ή/όνα έχει παλιώσει
εμείςνα έχουμε παλιώσει
εσείςνα έχετε παλιώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παλιώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παλιώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παλιώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

παλιωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πάλιωνα
εσύθα πάλιωνες
αυτός/ή/όθα πάλιωνε
εμείςθα παλιώναμε
εσείςθα παλιώνατε
αυτοί/ές/άθα πάλιωναν