BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παλαβώνω

сводить с ума, делать безумным

drive mad, make crazy

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαλαβώνω
εσύπαλαβώνεις
αυτός/ή/όπαλαβώνει
εμείςπαλαβώνουμε
εσείςπαλαβώνετε
αυτοί/ές/άπαλαβώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαλάβωσα
εσύπαλάβωσες
αυτός/ή/όπαλάβωσε
εμείςπαλαβώσαμε
εσείςπαλαβώσατε
αυτοί/ές/άπαλάβωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παλαβώσω
εσύθα παλαβώσεις
αυτός/ή/όθα παλαβώσει
εμείςθα παλαβώσουμε
εσείςθα παλαβώσετε
αυτοί/ές/άθα παλαβώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαλάβωνα
εσύπαλάβωνες
αυτός/ή/όπαλάβωνε
εμείςπαλαβώναμε
εσείςπαλαβώνατε
αυτοί/ές/άπαλάβωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παλαβώνω
εσύθα παλαβώνεις
αυτός/ή/όθα παλαβώνει
εμείςθα παλαβώνουμε
εσείςθα παλαβώνετε
αυτοί/ές/άθα παλαβώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παλαβώσει
εσύέχεις παλαβώσει
αυτός/ή/όέχει παλαβώσει
εμείςέχουμε παλαβώσει
εσείςέχετε παλαβώσει
αυτοί/ές/άέχουν παλαβώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παλαβώσει
εσύείχες παλαβώσει
αυτός/ή/όείχε παλαβώσει
εμείςείχαμε παλαβώσει
εσείςείχατε παλαβώσει
αυτοί/ές/άείχαν παλαβώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παλαβώσει
εσύθα έχεις παλαβώσει
αυτός/ή/όθα έχει παλαβώσει
εμείςθα έχουμε παλαβώσει
εσείςθα έχετε παλαβώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παλαβώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαλάβωσε
εσείςπαλαβώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαλάβωνε
εσείςπαλαβώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παλαβώσω
εσύνα παλαβώσεις
αυτός/ή/όνα παλαβώσει
εμείςνα παλαβώσουμε
εσείςνα παλαβώσετε
αυτοί/ές/άνα παλαβώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παλαβώνω
εσύνα παλαβώνεις
αυτός/ή/όνα παλαβώνει
εμείςνα παλαβώνουμε
εσείςνα παλαβώνετε
αυτοί/ές/άνα παλαβώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παλαβώσει
εσύνα έχεις παλαβώσει
αυτός/ή/όνα έχει παλαβώσει
εμείςνα έχουμε παλαβώσει
εσείςνα έχετε παλαβώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παλαβώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παλαβώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παλαβώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

παλαβωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παλάβωνα
εσύθα παλάβωνες
αυτός/ή/όθα παλάβωνε
εμείςθα παλαβώναμε
εσείςθα παλαβώνατε
αυτοί/ές/άθα παλάβωναν