BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παζαρεύω

торговаться, рядиться

bargain, haggle

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαζαρεύω
εσύπαζαρεύεις
αυτός/ή/όπαζαρεύει
εμείςπαζαρεύουμε
εσείςπαζαρεύετε
αυτοί/ές/άπαζαρεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαζάρεψα
εσύπαζάρεψες
αυτός/ή/όπαζάρεψε
εμείςπαζαρέψαμε
εσείςπαζαρέψατε
αυτοί/ές/άπαζάρεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παζαρέψω
εσύθα παζαρέψεις
αυτός/ή/όθα παζαρέψει
εμείςθα παζαρέψουμε
εσείςθα παζαρέψετε
αυτοί/ές/άθα παζαρέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαζάρευα
εσύπαζάρευες
αυτός/ή/όπαζάρευε
εμείςπαζαρεύαμε
εσείςπαζαρεύατε
αυτοί/ές/άπαζάρευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παζαρεύω
εσύθα παζαρεύεις
αυτός/ή/όθα παζαρεύει
εμείςθα παζαρεύουμε
εσείςθα παζαρεύετε
αυτοί/ές/άθα παζαρεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παζαρέψει
εσύέχεις παζαρέψει
αυτός/ή/όέχει παζαρέψει
εμείςέχουμε παζαρέψει
εσείςέχετε παζαρέψει
αυτοί/ές/άέχουν παζαρέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παζαρέψει
εσύείχες παζαρέψει
αυτός/ή/όείχε παζαρέψει
εμείςείχαμε παζαρέψει
εσείςείχατε παζαρέψει
αυτοί/ές/άείχαν παζαρέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παζαρέψει
εσύθα έχεις παζαρέψει
αυτός/ή/όθα έχει παζαρέψει
εμείςθα έχουμε παζαρέψει
εσείςθα έχετε παζαρέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν παζαρέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαζάρεψε
εσείςπαζαρέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαζάρευε
εσείςπαζαρεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παζαρέψω
εσύνα παζαρέψεις
αυτός/ή/όνα παζαρέψει
εμείςνα παζαρέψουμε
εσείςνα παζαρέψετε
αυτοί/ές/άνα παζαρέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παζαρεύω
εσύνα παζαρεύεις
αυτός/ή/όνα παζαρεύει
εμείςνα παζαρεύουμε
εσείςνα παζαρεύετε
αυτοί/ές/άνα παζαρεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παζαρέψει
εσύνα έχεις παζαρέψει
αυτός/ή/όνα έχει παζαρέψει
εμείςνα έχουμε παζαρέψει
εσείςνα έχετε παζαρέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν παζαρέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παζαρέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παζαρεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παζάρευα
εσύθα παζάρευες
αυτός/ή/όθα παζάρευε
εμείςθα παζαρεύαμε
εσείςθα παζαρεύατε
αυτοί/ές/άθα παζάρευαν