BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παγιδεύομαι

попадать в ловушку

become trapped

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαγιδεύομαι
εσύπαγιδεύεσαι
αυτός/ή/όπαγιδεύεται
εμείςπαγιδευόμαστε
εσείςπαγιδεύεστε
αυτοί/ές/άπαγιδεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαγιδεύτηκα
εσύπαγιδεύτηκες
αυτός/ή/όπαγιδεύτηκε
εμείςπαγιδευτήκαμε
εσείςπαγιδευτήκατε
αυτοί/ές/άπαγιδεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παγιδευτώ
εσύθα παγιδευτείς
αυτός/ή/όθα παγιδευτεί
εμείςθα παγιδευτούμε
εσείςθα παγιδευτείτε
αυτοί/ές/άθα παγιδευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαγιδευόμουν
εσύπαγιδευόσουν
αυτός/ή/όπαγιδευόταν
εμείςπαγιδευόμαστε
εσείςπαγιδευόσαστε
αυτοί/ές/άπαγιδεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παγιδεύομαι
εσύθα παγιδεύεσαι
αυτός/ή/όθα παγιδεύεται
εμείςθα παγιδευόμαστε
εσείςθα παγιδεύεστε
αυτοί/ές/άθα παγιδεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παγιδευτεί
εσύέχεις παγιδευτεί
αυτός/ή/όέχει παγιδευτεί
εμείςέχουμε παγιδευτεί
εσείςέχετε παγιδευτεί
αυτοί/ές/άέχουν παγιδευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παγιδευτεί
εσύείχες παγιδευτεί
αυτός/ή/όείχε παγιδευτεί
εμείςείχαμε παγιδευτεί
εσείςείχατε παγιδευτεί
αυτοί/ές/άείχαν παγιδευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παγιδευτεί
εσύθα έχεις παγιδευτεί
αυτός/ή/όθα έχει παγιδευτεί
εμείςθα έχουμε παγιδευτεί
εσείςθα έχετε παγιδευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν παγιδευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαγιδέψου
εσείςπαγιδευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπαγιδεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παγιδευτώ
εσύνα παγιδευτείς
αυτός/ή/όνα παγιδευτεί
εμείςνα παγιδευτούμε
εσείςνα παγιδευτείτε
αυτοί/ές/άνα παγιδευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παγιδεύομαι
εσύνα παγιδεύεσαι
αυτός/ή/όνα παγιδεύεται
εμείςνα παγιδευόμαστε
εσείςνα παγιδεύεστε
αυτοί/ές/άνα παγιδεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παγιδευτεί
εσύνα έχεις παγιδευτεί
αυτός/ή/όνα έχει παγιδευτεί
εμείςνα έχουμε παγιδευτεί
εσείςνα έχετε παγιδευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν παγιδευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παγιδευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παγιδευτώ
εσύθα παγιδευτείς
αυτός/ή/όθα παγιδευτεί
εμείςθα παγιδευτούμε
εσείςθα παγιδευτείτε
αυτοί/ές/άθα παγιδευτούν