BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

ορκίζομαι

клясться, давать обет

swear, vow

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώορκίζομαι
εσύορκίζεσαι
αυτός/ή/όορκίζεται
εμείςορκιζόμαστε
εσείςορκίζεστε
αυτοί/ές/άορκίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώορκίστηκα
εσύορκίστηκες
αυτός/ή/όορκίστηκε
εμείςορκιστήκαμε
εσείςορκιστήκατε
αυτοί/ές/άορκίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ορκιστώ
εσύθα ορκιστείς
αυτός/ή/όθα ορκιστεί
εμείςθα ορκιστούμε
εσείςθα ορκιστείτε
αυτοί/ές/άθα ορκιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώορκιζόμουν
εσύορκιζόσουν
αυτός/ή/όορκιζόταν
εμείςορκιζόμαστε
εσείςορκιζόσαστε
αυτοί/ές/άορκίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ορκίζομαι
εσύθα ορκίζεσαι
αυτός/ή/όθα ορκίζεται
εμείςθα ορκιζόμαστε
εσείςθα ορκίζεστε
αυτοί/ές/άθα ορκίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ορκιστεί
εσύέχεις ορκιστεί
αυτός/ή/όέχει ορκιστεί
εμείςέχουμε ορκιστεί
εσείςέχετε ορκιστεί
αυτοί/ές/άέχουν ορκιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ορκιστεί
εσύείχες ορκιστεί
αυτός/ή/όείχε ορκιστεί
εμείςείχαμε ορκιστεί
εσείςείχατε ορκιστεί
αυτοί/ές/άείχαν ορκιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ορκιστεί
εσύθα έχεις ορκιστεί
αυτός/ή/όθα έχει ορκιστεί
εμείςθα έχουμε ορκιστεί
εσείςθα έχετε ορκιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ορκιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύορκίσου
εσείςορκιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςορκίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ορκιστώ
εσύνα ορκιστείς
αυτός/ή/όνα ορκιστεί
εμείςνα ορκιστούμε
εσείςνα ορκιστείτε
αυτοί/ές/άνα ορκιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ορκίζομαι
εσύνα ορκίζεσαι
αυτός/ή/όνα ορκίζεται
εμείςνα ορκιζόμαστε
εσείςνα ορκίζεστε
αυτοί/ές/άνα ορκίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ορκιστεί
εσύνα έχεις ορκιστεί
αυτός/ή/όνα έχει ορκιστεί
εμείςνα έχουμε ορκιστεί
εσείςνα έχετε ορκιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ορκιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ορκιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ορκιστώ
εσύθα ορκιστείς
αυτός/ή/όθα ορκιστεί
εμείςθα ορκιστούμε
εσείςθα ορκιστείτε
αυτοί/ές/άθα ορκιστούν