BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ορθοποδώ

встать на ноги

stand on one's feet

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώορθοποδώ
εσύορθοποδείς
αυτός/ή/όορθοποδεί
εμείςορθοποδούμε
εσείςορθοποδείτε
αυτοί/ές/άορθοποδούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώορθοπόδησα
εσύορθοπόδησες
αυτός/ή/όορθοπόδησε
εμείςορθοποδήσαμε
εσείςορθοποδήσατε
αυτοί/ές/άορθοπόδησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ορθοποδήσω
εσύθα ορθοποδήσεις
αυτός/ή/όθα ορθοποδήσει
εμείςθα ορθοποδήσουμε
εσείςθα ορθοποδήσετε
αυτοί/ές/άθα ορθοποδήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώορθοποδούσα
εσύορθοποδούσες
αυτός/ή/όορθοποδούσε
εμείςορθοποδούσαμε
εσείςορθοποδούσατε
αυτοί/ές/άορθοποδούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ορθοποδώ
εσύθα ορθοποδείς
αυτός/ή/όθα ορθοποδεί
εμείςθα ορθοποδούμε
εσείςθα ορθοποδείτε
αυτοί/ές/άθα ορθοποδούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ορθοποδήσει
εσύέχεις ορθοποδήσει
αυτός/ή/όέχει ορθοποδήσει
εμείςέχουμε ορθοποδήσει
εσείςέχετε ορθοποδήσει
αυτοί/ές/άέχουν ορθοποδήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ορθοποδήσει
εσύείχες ορθοποδήσει
αυτός/ή/όείχε ορθοποδήσει
εμείςείχαμε ορθοποδήσει
εσείςείχατε ορθοποδήσει
αυτοί/ές/άείχαν ορθοποδήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ορθοποδήσει
εσύθα έχεις ορθοποδήσει
αυτός/ή/όθα έχει ορθοποδήσει
εμείςθα έχουμε ορθοποδήσει
εσείςθα έχετε ορθοποδήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ορθοποδήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύορθοπόδησε
εσείςορθοποδήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςορθοποδείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ορθοποδήσω
εσύνα ορθοποδήσεις
αυτός/ή/όνα ορθοποδήσει
εμείςνα ορθοποδήσουμε
εσείςνα ορθοποδήσετε
αυτοί/ές/άνα ορθοποδήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ορθοποδώ
εσύνα ορθοποδείς
αυτός/ή/όνα ορθοποδεί
εμείςνα ορθοποδούμε
εσείςνα ορθοποδείτε
αυτοί/ές/άνα ορθοποδούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ορθοποδήσει
εσύνα έχεις ορθοποδήσει
αυτός/ή/όνα έχει ορθοποδήσει
εμείςνα έχουμε ορθοποδήσει
εσείςνα έχετε ορθοποδήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ορθοποδήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ορθοποδήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ορθοποδώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ορθοποδούσα
εσύθα ορθοποδούσες
αυτός/ή/όθα ορθοποδούσε
εμείςθα ορθοποδούσαμε
εσείςθα ορθοποδούσατε
αυτοί/ές/άθα ορθοποδούσαν