BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ορίζομαι

быть определённым

be defined

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώορίζομαι
εσύορίζεσαι
αυτός/ή/όορίζεται
εμείςοριζόμαστε
εσείςορίζεστε
αυτοί/ές/άορίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώορίστηκα
εσύορίστηκες
αυτός/ή/όορίστηκε
εμείςοριστήκαμε
εσείςοριστήκατε
αυτοί/ές/άορίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα οριστώ
εσύθα οριστείς
αυτός/ή/όθα οριστεί
εμείςθα οριστούμε
εσείςθα οριστείτε
αυτοί/ές/άθα οριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώοριζόμουν
εσύοριζόσουν
αυτός/ή/όοριζόταν
εμείςοριζόμαστε
εσείςοριζόσαστε
αυτοί/ές/άορίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ορίζομαι
εσύθα ορίζεσαι
αυτός/ή/όθα ορίζεται
εμείςθα οριζόμαστε
εσείςθα ορίζεστε
αυτοί/ές/άθα ορίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω οριστεί
εσύέχεις οριστεί
αυτός/ή/όέχει οριστεί
εμείςέχουμε οριστεί
εσείςέχετε οριστεί
αυτοί/ές/άέχουν οριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα οριστεί
εσύείχες οριστεί
αυτός/ή/όείχε οριστεί
εμείςείχαμε οριστεί
εσείςείχατε οριστεί
αυτοί/ές/άείχαν οριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω οριστεί
εσύθα έχεις οριστεί
αυτός/ή/όθα έχει οριστεί
εμείςθα έχουμε οριστεί
εσείςθα έχετε οριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν οριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύορίσου
εσείςοριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςορίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα οριστώ
εσύνα οριστείς
αυτός/ή/όνα οριστεί
εμείςνα οριστούμε
εσείςνα οριστείτε
αυτοί/ές/άνα οριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ορίζομαι
εσύνα ορίζεσαι
αυτός/ή/όνα ορίζεται
εμείςνα οριζόμαστε
εσείςνα ορίζεστε
αυτοί/ές/άνα ορίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω οριστεί
εσύνα έχεις οριστεί
αυτός/ή/όνα έχει οριστεί
εμείςνα έχουμε οριστεί
εσείςνα έχετε οριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν οριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

οριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα οριστώ
εσύθα οριστείς
αυτός/ή/όθα οριστεί
εμείςθα οριστούμε
εσείςθα οριστείτε
αυτοί/ές/άθα οριστούν