BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ομολογώ

признаваться, признавать, допускать

confess, acknowledge, admit

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώομολογώ
εσύομολογείς
αυτός/ή/όομολογεί
εμείςομολογούμε
εσείςομολογείτε
αυτοί/ές/άομολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώομολόγησα
εσύομολόγησες
αυτός/ή/όομολόγησε
εμείςομολογήσαμε
εσείςομολογήσατε
αυτοί/ές/άομολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ομολογήσω
εσύθα ομολογήσεις
αυτός/ή/όθα ομολογήσει
εμείςθα ομολογήσουμε
εσείςθα ομολογήσετε
αυτοί/ές/άθα ομολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώομολογούσα
εσύομολογούσες
αυτός/ή/όομολογούσε
εμείςομολογούσαμε
εσείςομολογούσατε
αυτοί/ές/άομολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ομολογώ
εσύθα ομολογείς
αυτός/ή/όθα ομολογεί
εμείςθα ομολογούμε
εσείςθα ομολογείτε
αυτοί/ές/άθα ομολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ομολογήσει
εσύέχεις ομολογήσει
αυτός/ή/όέχει ομολογήσει
εμείςέχουμε ομολογήσει
εσείςέχετε ομολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν ομολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ομολογήσει
εσύείχες ομολογήσει
αυτός/ή/όείχε ομολογήσει
εμείςείχαμε ομολογήσει
εσείςείχατε ομολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν ομολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ομολογήσει
εσύθα έχεις ομολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει ομολογήσει
εμείςθα έχουμε ομολογήσει
εσείςθα έχετε ομολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ομολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύομολόγησε
εσείςομολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςομολογείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ομολογήσω
εσύνα ομολογήσεις
αυτός/ή/όνα ομολογήσει
εμείςνα ομολογήσουμε
εσείςνα ομολογήσετε
αυτοί/ές/άνα ομολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ομολογώ
εσύνα ομολογείς
αυτός/ή/όνα ομολογεί
εμείςνα ομολογούμε
εσείςνα ομολογείτε
αυτοί/ές/άνα ομολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ομολογήσει
εσύνα έχεις ομολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει ομολογήσει
εμείςνα έχουμε ομολογήσει
εσείςνα έχετε ομολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ομολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ομολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ομολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ομολογούσα
εσύθα ομολογούσες
αυτός/ή/όθα ομολογούσε
εμείςθα ομολογούσαμε
εσείςθα ομολογούσατε
αυτοί/ές/άθα ομολογούσαν