BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξυλοκοπάω, ξυλοκοπώ

колотить, избивать, бить

lam, wallop, beat up

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξυλοκοπάω, ξυλοκοπώ
εσύξυλοκοπάς
αυτός/ή/όξυλοκοπάει, ξυλοκοπά
εμείςξυλοκοπάμε, ξυλοκοπούμε
εσείςξυλοκοπάτε
αυτοί/ές/άξυλοκοπάνε, ξυλοκοπούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξυλοκόπησα
εσύξυλοκόπησες
αυτός/ή/όξυλοκόπησε
εμείςξυλοκοπήσαμε
εσείςξυλοκοπήσατε
αυτοί/ές/άξυλοκόπησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξυλοκοπήσω
εσύθα ξυλοκοπήσεις
αυτός/ή/όθα ξυλοκοπήσει
εμείςθα ξυλοκοπήσουμε
εσείςθα ξυλοκοπήσετε
αυτοί/ές/άθα ξυλοκοπήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξυλοκοπούσα
εσύξυλοκοπούσες
αυτός/ή/όξυλοποπούσε
εμείςξυλοκοπούσαμε
εσείςξυλοκοπούσατε
αυτοί/ές/άξυλοκοπούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξυλοκοπάω, ξυλοκοπώ
εσύθα ξυλοκοπάς
αυτός/ή/όθα ξυλοκοπάει, ξυλοκοπά
εμείςθα ξυλοκοπάμε, ξυλοκοπούμε
εσείςθα ξυλοκοπάτε
αυτοί/ές/άθα ξυλοκοπάνε, ξυλοκοπούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξυλοκοπήσει
εσύέχεις ξυλοκοπήσει
αυτός/ή/όέχει ξυλοκοπήσει
εμείςέχουμε ξυλοκοπήσει
εσείςέχετε ξυλοκοπήσει
αυτοί/ές/άέχουν ξυλοκοπήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξυλοκοπήσει
εσύείχες ξυλοκοπήσει
αυτός/ή/όείχε ξυλοκοπήσει
εμείςείχαμε ξυλοκοπήσει
εσείςείχατε ξυλοκοπήσει
αυτοί/ές/άείχαν ξυλοκοπήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξυλοκοπήσει
εσύθα έχεις ξυλοκοπήσει
αυτός/ή/όθα έχει ξυλοκοπήσει
εμείςθα έχουμε ξυλοκοπήσει
εσείςθα έχετε ξυλοκοπήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξυλοκοπήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξυλοκόπησε
εσείςξυλοκοπήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξυλοκόπα
εσείςξυλοκοπάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξυλοκοπήσω
εσύνα ξυλοκοπήσεις
αυτός/ή/όνα ξυλοκοπήσει
εμείςνα ξυλοκοπήσουμε
εσείςνα ξυλοκοπήσετε
αυτοί/ές/άνα ξυλοκοπήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξυλοκοπάω, ξυλοκοπώ
εσύνα ξυλοκοπάς
αυτός/ή/όνα ξυλοκοπάει, ξυλοκοπά
εμείςνα ξυλοκοπάμε, ξυλοκοπούμε
εσείςνα ξυλοκοπάτε
αυτοί/ές/άνα ξυλοκοπάνε, ξυλοκοπούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξυλοκοπήσει
εσύνα έχεις ξυλοκοπήσει
αυτός/ή/όνα έχει ξυλοκοπήσει
εμείςνα έχουμε ξυλοκοπήσει
εσείςνα έχετε ξυλοκοπήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξυλοκοπήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξυλοκοπήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξυλοκοπώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξυλοκοπούσα
εσύθα ξυλοκοπούσες
αυτός/ή/όθα ξυλοποπούσε
εμείςθα ξυλοκοπούσαμε
εσείςθα ξυλοκοπούσατε
αυτοί/ές/άθα ξυλοκοπούσαν