BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεσυνηθίζω

отвыкать

break habit

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεσυνηθίζω
εσύξεσυνηθίζεις
αυτός/ή/όξεσυνηθίζει
εμείςξεσυνηθίζουμε
εσείςξεσυνηθίζετε
αυτοί/ές/άξεσυνηθίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεσυνήθισα
εσύξεσυνήθισες
αυτός/ή/όξεσυνήθισε
εμείςξεσυνηθίσαμε
εσείςξεσυνηθίσατε
αυτοί/ές/άξεσυνήθισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεσυνηθίσω
εσύθα ξεσυνηθίσεις
αυτός/ή/όθα ξεσυνηθίσει
εμείςθα ξεσυνηθίσουμε
εσείςθα ξεσυνηθίσετε
αυτοί/ές/άθα ξεσυνηθίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεσυνήθιζα
εσύξεσυνήθιζες
αυτός/ή/όξεσυνήθιζε
εμείςξεσυνηθίζαμε
εσείςξεσυνηθίζατε
αυτοί/ές/άξεσυνήθιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεσυνηθίζω
εσύθα ξεσυνηθίζεις
αυτός/ή/όθα ξεσυνηθίζει
εμείςθα ξεσυνηθίζουμε
εσείςθα ξεσυνηθίζετε
αυτοί/ές/άθα ξεσυνηθίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεσυνηθίσει
εσύέχεις ξεσυνηθίσει
αυτός/ή/όέχει ξεσυνηθίσει
εμείςέχουμε ξεσυνηθίσει
εσείςέχετε ξεσυνηθίσει
αυτοί/ές/άέχουν ξεσυνηθίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεσυνηθίσει
εσύείχες ξεσυνηθίσει
αυτός/ή/όείχε ξεσυνηθίσει
εμείςείχαμε ξεσυνηθίσει
εσείςείχατε ξεσυνηθίσει
αυτοί/ές/άείχαν ξεσυνηθίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεσυνηθίσει
εσύθα έχεις ξεσυνηθίσει
αυτός/ή/όθα έχει ξεσυνηθίσει
εμείςθα έχουμε ξεσυνηθίσει
εσείςθα έχετε ξεσυνηθίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεσυνηθίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεσυνήθισε
εσείςξεσυνηθίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξεσυνήθιζε
εσείςξεσυνηθίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεσυνηθίσω
εσύνα ξεσυνηθίσεις
αυτός/ή/όνα ξεσυνηθίσει
εμείςνα ξεσυνηθίσουμε
εσείςνα ξεσυνηθίσετε
αυτοί/ές/άνα ξεσυνηθίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεσυνηθίζω
εσύνα ξεσυνηθίζεις
αυτός/ή/όνα ξεσυνηθίζει
εμείςνα ξεσυνηθίζουμε
εσείςνα ξεσυνηθίζετε
αυτοί/ές/άνα ξεσυνηθίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεσυνηθίσει
εσύνα έχεις ξεσυνηθίσει
αυτός/ή/όνα έχει ξεσυνηθίσει
εμείςνα έχουμε ξεσυνηθίσει
εσείςνα έχετε ξεσυνηθίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεσυνηθίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεσυνηθίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξεσυνηθίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ξεσυνηθισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεσυνήθιζα
εσύθα ξεσυνήθιζες
αυτός/ή/όθα ξεσυνήθιζε
εμείςθα ξεσυνηθίζαμε
εσείςθα ξεσυνηθίζατε
αυτοί/ές/άθα ξεσυνήθιζαν