BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεπερνάω, ξεπερνώ

превосходить, обгонять

surpass, outrun

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεπερνάω, ξεπερνώ
εσύξεπερνάς
αυτός/ή/όξεπερνάει, ξεπερνά
εμείςξεπερνάμε, ξεπερνούμε
εσείςξεπερνάτε
αυτοί/ές/άξεπερνάνε, ξεπερνούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεπέρασα
εσύξεπέρασες
αυτός/ή/όξεπέρασε
εμείςξεπεράσαμε
εσείςξεπεράσατε
αυτοί/ές/άξεπέρασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεπεράσω
εσύθα ξεπεράσεις
αυτός/ή/όθα ξεπεράσει
εμείςθα ξεπεράσουμε
εσείςθα ξεπεράσετε
αυτοί/ές/άθα ξεπεράσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεπερνούσα
εσύξεπερνούσες
αυτός/ή/όξεπερνούσε
εμείςξεπερνούσαμε
εσείςξεπερνούσατε
αυτοί/ές/άξεπερνούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεπερνάω, ξεπερνώ
εσύθα ξεπερνάς
αυτός/ή/όθα ξεπερνάει, ξεπερνά
εμείςθα ξεπερνάμε, ξεπερνούμε
εσείςθα ξεπερνάτε
αυτοί/ές/άθα ξεπερνάνε, ξεπερνούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεπεράσει
εσύέχεις ξεπεράσει
αυτός/ή/όέχει ξεπεράσει
εμείςέχουμε ξεπεράσει
εσείςέχετε ξεπεράσει
αυτοί/ές/άέχουν ξεπεράσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεπεράσει
εσύείχες ξεπεράσει
αυτός/ή/όείχε ξεπεράσει
εμείςείχαμε ξεπεράσει
εσείςείχατε ξεπεράσει
αυτοί/ές/άείχαν ξεπεράσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεπεράσει
εσύθα έχεις ξεπεράσει
αυτός/ή/όθα έχει ξεπεράσει
εμείςθα έχουμε ξεπεράσει
εσείςθα έχετε ξεπεράσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεπεράσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεπέρασε
εσείςξεπεράστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξεπέρνα
εσείςξεπερνάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεπεράσω
εσύνα ξεπεράσεις
αυτός/ή/όνα ξεπεράσει
εμείςνα ξεπεράσουμε
εσείςνα ξεπεράσετε
αυτοί/ές/άνα ξεπεράσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεπερνάω, ξεπερνώ
εσύνα ξεπερνάς
αυτός/ή/όνα ξεπερνάει, ξεπερνά
εμείςνα ξεπερνάμε, ξεπερνούμε
εσείςνα ξεπερνάτε
αυτοί/ές/άνα ξεπερνάνε, ξεπερνούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεπεράσει
εσύνα έχεις ξεπεράσει
αυτός/ή/όνα έχει ξεπεράσει
εμείςνα έχουμε ξεπεράσει
εσείςνα έχετε ξεπεράσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεπεράσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεπεράσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξεπερνώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεπερνούσα
εσύθα ξεπερνούσες
αυτός/ή/όθα ξεπερνούσε
εμείςθα ξεπερνούσαμε
εσείςθα ξεπερνούσατε
αυτοί/ές/άθα ξεπερνούσαν