BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεκαθαρίζομαι

становиться ясным, прояснять свою позицию

I'm clear, I clarify my position

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεκαθαρίζομαι
εσύξεκαθαρίζεσαι
αυτός/ή/όξεκαθαρίζεται
εμείςξεκαθαριζόμαστε
εσείςξεκαθαρίζεστε
αυτοί/ές/άξεκαθαρίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεκαθαρίστηκα
εσύξεκαθαρίστηκες
αυτός/ή/όξεκαθαρίστηκε
εμείςξεκαθαριστήκαμε
εσείςξεκαθαριστήκατε
αυτοί/ές/άξεκαθαρίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεκαθαριστώ
εσύθα ξεκαθαριστείς
αυτός/ή/όθα ξεκαθαριστεί
εμείςθα ξεκαθαριστούμε
εσείςθα ξεκαθαριστείτε
αυτοί/ές/άθα ξεκαθαριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεκαθαριζόμουν
εσύξεκαθαριζόσουν
αυτός/ή/όξεκαθαριζόταν
εμείςξεκαθαριζόμαστε
εσείςξεκαθαριζόσαστε
αυτοί/ές/άξεκαθαρίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεκαθαρίζομαι
εσύθα ξεκαθαρίζεσαι
αυτός/ή/όθα ξεκαθαρίζεται
εμείςθα ξεκαθαριζόμαστε
εσείςθα ξεκαθαρίζεστε
αυτοί/ές/άθα ξεκαθαρίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεκαθαριστεί
εσύέχεις ξεκαθαριστεί
αυτός/ή/όέχει ξεκαθαριστεί
εμείςέχουμε ξεκαθαριστεί
εσείςέχετε ξεκαθαριστεί
αυτοί/ές/άέχουν ξεκαθαριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεκαθαριστεί
εσύείχες ξεκαθαριστεί
αυτός/ή/όείχε ξεκαθαριστεί
εμείςείχαμε ξεκαθαριστεί
εσείςείχατε ξεκαθαριστεί
αυτοί/ές/άείχαν ξεκαθαριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεκαθαριστεί
εσύθα έχεις ξεκαθαριστεί
αυτός/ή/όθα έχει ξεκαθαριστεί
εμείςθα έχουμε ξεκαθαριστεί
εσείςθα έχετε ξεκαθαριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεκαθαριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεκαθαρίσου
εσείςξεκαθαριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςξεκαθαρίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεκαθαριστώ
εσύνα ξεκαθαριστείς
αυτός/ή/όνα ξεκαθαριστεί
εμείςνα ξεκαθαριστούμε
εσείςνα ξεκαθαριστείτε
αυτοί/ές/άνα ξεκαθαριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεκαθαρίζομαι
εσύνα ξεκαθαρίζεσαι
αυτός/ή/όνα ξεκαθαρίζεται
εμείςνα ξεκαθαριζόμαστε
εσείςνα ξεκαθαρίζεστε
αυτοί/ές/άνα ξεκαθαρίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεκαθαριστεί
εσύνα έχεις ξεκαθαριστεί
αυτός/ή/όνα έχει ξεκαθαριστεί
εμείςνα έχουμε ξεκαθαριστεί
εσείςνα έχετε ξεκαθαριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεκαθαριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεκαθαριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεκαθαριστώ
εσύθα ξεκαθαριστείς
αυτός/ή/όθα ξεκαθαριστεί
εμείςθα ξεκαθαριστούμε
εσείςθα ξεκαθαριστείτε
αυτοί/ές/άθα ξεκαθαριστούν